Του Βασίλη Τζιτζή, Σκάλα Καλλιράχης Θάσος

Όπως υπάρχουν προκομμένοι άνθρωποι, έτσι νομίζω, ότι υπάρχουν και προκομμένα ζώα.

       Αυτό είναι παράδειγμα από το γαϊδούρι μας, που το φωνάζαμε Ασλάν, δηλαδή τούρκικα λιοντάρι.

       Ήταν ένα πράο ζώο, ήμερο χωρίς αντιρρήσεις σε ότι του φόρτωνες και δεν χρειαζόταν συνοδεία για να φέρει το φορτίο στο σπίτι μας. Πολλοί χωριανοί τον έπιαναν όταν βοσκούσε στον μπαχτσέ μας  και τον φόρτωναν και τον τραβούσαν στο σπίτι τους, διότι άμα τον άφηναν αυτός έφερνε το φορτίο στο σπίτι μας. Έτυχε πολλές φορές να φέρει φορτία στο σπίτι μας, τα οποία εμείς δεν του είχαμε φορτώσει και μετά από ώρες από ώρες έρχονταν εκείνοι που τον φόρτωσαν και διεκδικούσαν τα φορτία τους.

      Το ζώο αυτό μια επιθυμία είχε στη ζωή του.

       Κάθε χρόνο κατά τα μέσα του Μάη, χωρίς καμιά αιτία σήκωνε το κεφάλι του και με γκάλοπ  τράβαγε προς τις Πηγές, δηλαδή προς τον Μεσέ, όπως είναι γνωστός με το παλιό το όνομα.

      Εκεί αντάμωνε μια γαϊδάρα αν ήταν στον στάβλο ή την κυνηγούσε στην αυλή και εν ανάγκη πήδαγε τον φράχτη και έκανε την δουλειά του.

      Όποτε χανόταν ξέραμε που θα τον βρούμε και πηγαίναμε και τον παίρναμε. από τον νοικοκύρη της γαϊδάρας, που τον περιποιόταν, επειδή κάθε χρόνο η γαϊδάρα του γένναγε και ένα πουλαράκι, γι’ αυτό ο νοικοκύρης, τον είχε σε υψηλή εκτίμηση.

      Τελευταία φορά μας τον έφερε ο ιδιοκτήτης της γαϊδάρας και μας είπε το δυσάρεστο, ότι ψόφησε η γαϊδάρα και ότι άδικα περίμενε ο Ασλάν την Δουλτσινέα να γευτούνε λίγο έρωτα μια φορά τον χρόνο.

      Τον είχαμε αφήσει ελεύθερο στον κάμπο και όποιος κατάφερνε και τον έπιανε του φόρτωνε ένα σαμάρι και ότι φορτίο είχε και έκανε τη δουλειά του.

      Αλλά τα βράδια ερχόταν στο σπίτι.

      Το συνηθισμένο φορτίο που κουβαλούσε ήταν συνήθως κάρβουνα από τα καμίνια και βαριά κούτσουρα,  όσα δεν πρόλαβαν να γίνουν κάρβουνο.

      Και το στέκι του ήταν εκεί γύρω στα καμίνια, που είχε άφθονο χόρτο και καθαρό νερό.

      Εμάς δεν μας ένοιαζε που έβοσκε, επειδή δεν τον χρησιμοποιούσαμε πια, επειδή είχαμε το άλογο για τις δουλειές του σπιτιού και έτσι ήταν ελεύθερος να γυρίζει όλο τον κάμπο και να τον χρησιμοποιεί όλο το χωριό για τις δουλειές του ο καθένας.

     Αλλά όλα τα βράδια γύριζε στο σπίτι και έμπαινε  στην θέση του, που τον περίμενε το κριθάρι δίπλα από το άλογό μας.

     Ο πατέρας μου έκανε σκέψεις να τον πουλήσει, αλλά η γιαγιά μου επέμενε να τον κρατήσουμε, επειδή προσέφερε πολλά στην οικογένειά μας και δικαιούται να απολαύσει μια καλή ζωή στα γεράματά του.

     Όλοι συμφωνήσαμε με τα λόγια της γιαγιάς και γι’ αυτό γυρνούσε στον κάμπο χωρίς σαμάρι και όποιος χρειαζόταν την βοήθειά του, τον σαμάρωνε και έκανε τη δουλειά του.

     Μια μέρα μπήκε στην αυλή φορτωμένος τέσσερα τσουβάλια κάρβουνο, ποιος ξέρει ποιός τον σαμάρωσε, του φόρτωσε και το κάρβουνο και στο δρόμο έχασε τα ίχνη του όταν μπήκε στο δικό μας το σπίτι.

     Εγώ τον ξεφόρτωσα και σκέφτηκα, ότι εκείνος που του φόρτωσε το κάρβουνο άραγε πόσες φορές θα τον χρησιμοποίησε, συνεπώς και ο Ασλάν θα δικαιούνταν ένα μερίδιο από τους κόπους του και γι’ αυτό  δεν έκανα τον κόπο να μάθω, ποιος ήταν εκείνος που φόρτωσε στον Ασλάν το κάρβουνο, ούτε και και κανένας ενδιαφέρθηκε και έτσι ξεχάστηκε το πράγμα.

     Ο Ασλάν είχε καταντήσει η μασκότ του χωριού και ο καθένας που χρειαζόταν να μεταφέρει λίγα πράγματα, όπως π.χ.  δυο σακιά λίπασμα στο χωράφι, ερχόταν τον έπαιρνε, έκανε την δουλειά και τον έφερνε σπίτι μας.

     Με λίγα λόγια ο γάιδαρος μας ήταν τον κοινό μεταφορικό μέσον στην Κουμπάλιστα, δηλαδή στο χωριό μας.

     Το τέλος του όμως  μας γέμισε θλίψη όλους.

     Ένα πρωί, όπως πήγα να ταΐσω το άλογο, είδα ξαπλωμένο τον Ασλάν, πράγμα πολύ παράξενο, επειδή κάθε πρωί τον έβλεπα στα πόδια του να χώνει το κεφάλι του κάτω από τις μασχάλες μου, λες και αναζητούσε χάδια, όπως το έκανα κάθε πρωί να τον χαϊδεύω στο λαιμό και να τον τρίβω στην ράχη. Μαύρες σκέψεις πέρασαν από το μυαλό μου και έσκυψα να τον αφουγκραστώ άμα ζούσε. Δυστυχώς πάει ο Ασλάν, μας άφησε χρόνους.

     Τον φόρτωσα στο κάρο και τον πήγα στα καμίνια, εκεί που του άρεσε πολύ να τριγυρνάει και σε έναν μεγάλο λάκκο τον έβαλα να αναπαυθεί στον αιώνιο ύπνο του.

     Του έριξα και αρκετό χώμα και όπως ήμουν λυπημένος και δεν μπορούσα τι άλλο να σκεφτώ για τον φτωχό τον Ασλάν, βρήκα ένα χοντρό μισό καμένο κούτσουρο και με τον σουγιά μου έξυσα πάνω στο κούτσουρο, Αιωνία σου η μνήμη φίλε Ασλάν εκ μέρους όλου του χωριού ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ.

    Δεν ντρέπομαι να σας πω, ότι έκλαψα από συγκίνηση.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.