Του Βασίλη Τζιτζή, Σκάλα Καλλιράχης Θάσος

Η ιστορία φαίνεται απίστευτη και όμως είναι αληθινή.

      Έτυχε τον ήρωα να τον γνωρίσω προσωπικά, αλλά την ιστορία του την άκουσα από τον αδερφό του και την πιστεύω πέρα για πέρα σαν αληθινή, διότι τα συμπτώματα πάνω στο σώμα του ήρωα ήταν εμφανή.

      Όταν μιλούσε είχε μια τάση να προλάβει να τα πει όλα όσα ήθελε όσο γρήγορα γινόταν, λες και θα έχανε το τρένο των ειρμών του. Μετά περίμενε για λίγο σαν να σκεφτόταν και άρχιζε πάλι και ποτέ δεν μπορούσε να εκφράσει σωστά τις απόψεις του.

     Η ματιά του ήταν θολή και πάντα ήταν αφηρημένος και συνέχεια ήταν θυμωμένος και με το παραμικρό τσακωνόταν με όλους.

     Εδώ δεν θα αναφέρω τα πραγματικά τους ονόματα, για να μη σκοντάψω πάνω σε νομικές διαδικασίες.

     Ο Τάσος μόλις τελείωσε το γυμνάσιο, ο θείος του ένας Ταξίαρχος, άνδρας της αδερφής της μαμάς του, του είπε να πάει στη σχολή μονίμων υπαξιωματικών και μετά να δώσει στην σχολή ευελπίδων και με λίγα λόγια του εγγυόταν ότι θα πετύχαινε οπωσδήποτε.

     Έτσι και έκανε πήγε εθελοντής, έδωσε εξετάσεις στη σχολή υπαξιωματικών και σε έξι μήνες βγήκε δεκανέας και ο θείος τον τακτοποίησε σε μια μονάδα κοντά στην δική του  στις μεταφορές.

     Οδηγούσε ένα τζίπ και τις περισσότερες ώρες έλειπε στην πόλη της Θεσσαλονίκης τάχα για υπηρεσία, αλλά ήταν στο σπίτι του θείου του και περνούσε ώρες ολόκληρες με την θεία του να του ρίχνει το φλιτζάνι και του λέει ένα σωρό βλακείες.

     Όσες φορές πήγε ο ταξίαρχος έκτακτα στο σπίτι, εκεί βρήκε και τον Τάσο να χαριεντίζεται με την θεία του.

     Τότε ψύλλοι μπήκαν στα αφτιά του ταξίαρχου, από την συμπεριφορά του ανεψιού της γυναίκας του και με τρόπο τηλεφώνησε στον πατέρα του Τάσου και του εξήγησε, ότι θα τον μετέθετε σε άλλη μονάδα μακριά από την Θεσσαλονίκη για λόγους, που τους εξήγησε στον πατέρα του.

     Ο πατέρας του θύμωσε πολύ με την συμπεριφορά του Τάσου και αποφάσισε να κατέβει στην Θεσσαλονίκη και να τα πει ένα χεράκι στην κουνιάδα του.

     Πήρε το λεωφορείο και το συνηθισμένο ταγάρι με την γκλίτσα και πήρε ταξί από το ΚΤΕΛ και πήγε στο σπίτι της κουνιάδας του.

     Είδε το τζίπ έξω από τη πόρτα και το μυαλό του αμέσως πήγε στο πονηρό και με προσοχή ανέβηκε τις σκάλες, άφησε το ταγάρι στη κουζίνα και με τη γκλίτσα στο χέρι προχώρησε στην κρεβατοκάμαρα.

    Ίχνος δεν ακουγόταν, αλλά η πόρτα ήταν μισάνοιχτη και μόλις είδε τον Τάσο πάνω από την κουνιάδα του, που ήταν μπρούμυτα, άναψαν τα αίματά του και σαν γάτα όρμησε πάνω στον Τάσο και του κατάφερε μια στο κεφάλι με την μαγκούρα, που έπεσε σαν κουρέλι πλάι στην θεία του.

    Λεπτό δεν έχασε βγήκε από το δωμάτιο, κατέβηκε τις σκάλες και δεν ήξερε ποιόν δρόμο να πάρει και τι να κάνει.

     Το μυαλό του είχε σαλέψει, σταμάτησε για λίγο, ακούμπησε στην κολόνα της ΔΕΗ, να μη πέσει και αναλογίστηκε, ότι αυτό που έκανε στο παιδί του, ήταν ένα έγκλημα και αποφάσισε να γυρίσει πίσω.

     Σχεδόν τρέχοντας πήρε τον ανήφορο να προλάβει, αλλά δεν ήξερε τι να προλάβει ζωντανό τον Τάσο ή πεθαμένο;

     Όταν έφτασε στο σπίτι η κουνιάδα του έκανε σαν τρελή, ούρλιαζε από την τρομάρα της και μόλις τον είδε του είπε, καλά που ήρθες, διότι κακό συνέβη στον Τάσο και τηλεφώνησε στον άντρα της να του εξηγήσει, ότι κάτι τραγικό έγινε στον Τάσο.

    Ο Τάσος ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι, σαν πεθαμένος, αναίσθητος μόνο η καρδιά του χτυπούσε γρήγορα και η αναπνοή του ήταν πολύ εξασθενημένη.

    Σε πέντε λεπτά ήρθε ένα στρατιωτικό ασθενοφόρο και τον πήρε τον Τάσο.

    Η κουνιάδα του πήγε μαζί με τον Τάσο και έμεινε ο πατέρας μετέωρος, χωρίς να ξέρει τι να κάνει, να φύγει; ή να μείνει; και να ομολογήσει την πράξη του;

    Σε λίγο ήρθε και ο ταξίαρχος με το δικό του τζίπ.

    Δεν ήξερε τι να πει ο ένας στον άλλον.

   Τότε ο πατέρας του Τάσου είπε, ότι αυτός χτύπησε τον Τάσο, αλλά απέφυγε να πει το γιατί.

    Ο ταξίαρχος υποψιάστηκε το γιατί, αλλά δεν είπε τίποτα.

    Την άλλη μέρα ήρθε η κουνιάδα του από το νοσοκομείο και είπε στον γαμπρό της, ότι τον Τάσο τον χτύπησαν με ένα αιχμηρό όργανο και είναι σε αφασία και είναι ζήτημα αν θα ζήσει.

    Ο πατέρας έσκυψε το κεφάλι και έβαλε τα κλάματα.

    Μη κλαίς του είπε η κουνιάδα του, οπωσδήποτε θα βρεθεί ο ένοχος.

    Σήκωσε τα μάτια του τα δακρυσμένα ο πατέρας και της είπε, ο ένοχος είμαι εγώ, εγώ τον χτύπησα, όταν τον είδα από πάνω σου και συ ήσουν μπρούμυτα και τον απολάμβανες.

     Συγκλονίστηκε η κουνιάδα του, με την αποκάλυψη και εξομολογήθηκε, τι φταίω εγώ η κακομοίρα, που με δώσατε σε έναν χασάπη με άστρα;.

     Θυμάσαι Πάνο, που και συ συμφώνησες να με δώσετε στον Ταξίαρχο, τότε που αυτός ήταν σαράντα οχτώ χρονών και εγώ μόνο είκοσι;

     Θυμάμαι τα λόγια σου, που μου είπες πάρτον μωρή να χορτάσεις ψωμί.

     Ναι Πάνο, ψωμί χόρτασα, αλλά η ζωή δεν είναι μόνο το ψωμί.

     Τέλος πάντων είπε ο Πάνος εγώ θα πάω στο νοσοκομείο και θα τους πω, ότι εγώ τον χτύπησα και παραδίνουμε στην αστυνομία και σηκώθηκε να φύγει.

     Πράγματι πήγε στο νοσοκομείο και τα είπε, όλα, με λίγα λόγια καταδικάστηκε σε φυλακή, αλλά τον Τάσο τον έστειλαν εν αφασία στην Αμερική κοντά στον αδερφό του, που τον έβαλε σε νοσοκομείο και τον συνέφεραν.

     Αυτή ήταν η ιστορία του Τάσου, του παράξενου ανθρώπου που γνώρισα στο Σικάγο της Αμερικής. έτσι όπως μου την είπε ο αδερφός του.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.