Μια φορά κι έναν καιρό, τότε που οι άνθρωποι και οι θεοί μιλούσαν αναμεταξύ τους όπως ο ήλιος με τη σελήνη και τα άστρα, ήταν μια θάλασσα. Κι ήταν κι ένας βασιλιάς…

Η θάλασσα ήταν πολύ παλιά και γαλάζια σαν την ουράνια σφαίρα. Όταν ο βασιλιάς ήταν ακόμη βασιλόπουλο, όμορφο, λένε, σαν τον ήλιο, είχε χρυσάφι πολύ κι ο κύρης του φρόντισε, για να μάθει το νου και τους τρόπους των ανθρώπων.

Τους τρόπους των θεών τους ήξερε από το αίμα της μάνας του που τον έπιασε χορεύοντας μέχρι που ενώθηκε με τον πατέρα θεών και ανθρώπων. Κι όταν ο κύρης του σκοτώθηκε από χέρι δικό κι έγινε ατός του βασιλέας, καβαλίκευσε το άτι του, αυτό που το έκανε δικό του στρέφοντας το κεφάλι του στον ήλιο, για να μην βλέπει τη σκιά του και τρομάζει και διάβηκε με το στρατό του τη θάλασσα. Ο βασιλιάς, Αλέξανδρος το όνομά του, πολέμησε όπως κανείς πριν απ’ αυτόν και κανείς μετά. Οι λαοί που κυρίευσε, σκίζοντας το σεντόνι που τους κρατούσε τυφλούς και δεμένους, λευτερωμένοι από το ζυγό της ανατολίτικης δουλείας, έμαθαν πως είναι ο ελεύθερος άνθρωπος και τον είπανε θεό τους. Αφού είδε τις πόλεις των ανθρώπων κι έχτισε δικές του, άφησε φρουρές για να θυμίζουν στους ανθρώπους πώς να ζουν σαν Έλληνες κι έσπειρε Ελληνόπουλα με μάτια γαλάζια σαν την ουράνια σφαίρα και μαλλιά βαμμένα από τον ήλιο τον ίδιο, για να θυμίζουν το όνομά του, Ισκαντέρ, όταν αυτός θα έχει λείψει. Κι έγειρε κάποτε και γύρισε στον πατέρα του κι έγινε ένα με το φως του, θεός και γιος ανθρώπου. Μα άφησε διαθήκη, όποιος τον ζητά να τον βρίσκει, αρκεί να πιστεύει ότι ζει.

Όταν το σώμα του ισόθεου άδειασε από την ανθρώπινη ζωή του, ‘κείνο το καλοκαίρι του 323 π.χ. και «ελαφρύ σαν μικρή ασπίδα» το κήδευσε ο Πτολεμαίος ο Λάγου, αυτός που θα ονομαζόταν ως βασιλεύς Σωτήρ, οι βασίλειες εφημερίδες της εποχής έγραψαν πως στο κρασί του έσταξαν φαρμάκι φερμένο από την πατρική του γη. Όσοι πήραν μαζί του το μακρύ δρόμο από την Πέλλα ως τη Βακτριανή, ορκίζονταν πως ο βασιλέας γεύτηκε στα 33 χρόνια του το πικρό φιλί της προδοσίας, λίγους αιώνες, μόνο, πριν γευτεί το ίδιο φιλί που θα έστελνε στο θάνατο τον Χριστό Ιησού από τη Γαλιλαία, στη γη της Παλαιστίνης και ενώθηκε με τον πατέρα του, στα 33 του χρόνια, έχοντας γευτεί στα χείλη του όξος των ανθρώπων.

Πόση αγαλλίαση έφερε στον κόσμο εκείνο το «μειράκιο» όπως τον αποκαλούσε με αγάπη ο δάσκαλος του Αριστοτέλης! Πόση αγάπη, θαυμασμό και έλξη ανυπέρβλητη, ώστε ο νιούτσικος βασιλέας να κατοικεί ως σήμερα στο νου και στις φλέβες της!

Στον ηλιοπρόσωπο Αλέξανδρο, πυκνώθηκε ολόκληρη η Ελλάδεα.

Απολλώνιος, ως γιος του κριοκέρατου Άμμωνος Διός και συνάμα Διονυσιακός. Γιατί ο Διόνυσος, αδελφός του από πατέρα, ήταν αυτός που ίδρυσε στην Αίγυπτο το μαντείο του, εκεί όπου ένας άλλος έμπλεος θεού Έλληνας, ο Ηρακλής, πήγε να συναντήσει τον ενδεδυμένο το δέρας και την κεφαλή του κριαριού, πατέρα του, πριν μεταστεί, προδομένος κι αυτός από φαρμάκι, στα 33 του χρόονια.

Ο πιστός του Πτολεμαίος έκανε, λέει η ιστορία, στρατό τριάντα χιλιάδων, να φυλάγουν το μνημούρι του αυτό τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, όπως-καταπώς γράφει ο Ησίοδος, τριάντα χιλιάδες είναι οι «αθάνατοι Ζηνός φύλακες θνητών ανθρώπων» αυτοί που, αόρατοι άγγελοι, παρακολουθούν των θνητών τα έργα.

Ήταν μια φορά κι έναν καιρό ένας Έλληνας βασιλιάς που τον έλεγαν Αλέξανδρο κι η ιστορία τον αποκάλεσε Μεγάλο. Κι ήταν νιούτσικος και όμορφος σαν τον ήλιο. Και σαν τον ήλιο που γέρνει τις νύχτες να ξαποστάσει και αφήνει στον ουρανό θνητούς μέχρι τον ερχομό του, έτσι κι αυτός, αθάνατος σαν τον ήλιο ΖΕΙ. Ζει και βασιλεύει και τον κόσμο κυριεύει.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.