Αν ήμουνα βασίλισσα, τα πλούτη θα μισούσα… Θ’ άνοιγα τα κελάρια μου και όλα θα τα μοίραζα… Τα άλογά μου θα ‘δινα σ’ ανθρώπους με ανάγκες… Τα ρούχα μου θα ξήλωνα, σεντόνια για να γίνουν… Θα γέμιζα τις τσέπες μου μ’ ασήμι και χρυσάφι και θα ‘μπαινα σε κάθε αυλή και σπίτι και καλύβι «ελάτε εδώ» θα έλεγα «στα ίσα τα μοιράζω»…

Θα γκρέμιζα ό,τι παλιό, άχρηστο, χαλασμένο και θα ‘χτιζα όμορφα σπιτικά. Γερά, με πέτρα δουλεμένα. Και γύρω-γύρω με αυλές και κήπους με λουλούδια. Θα φύτευα δέντρα παντού. Καρπούς γεμάτα να ‘τανε. Να χρύσιζαν στον ήλιο…

Θα χάραζα στη γη αγρούς, λιβάδια και χωράφια… Κόσμος πολύς να δούλευε, αγόρια και κορίτσια… Κι όταν ο ήλιος ψήλωνε και οι άνθρωποι κουραζόταν, να ξάπλωναν σε μια σκιά, να τρώγανε, να έπιναν, κρασί, νερό, χυμούς της γης…

Ν’ άνοιγαν το δισάκι τους, γεμάτο πάντα θα ‘ταν, με πίτες και λουκάνικα. Με κρέας, τυρί, φρούτα. Και τότε πάνω στ’ άλογο, ψωμί ζεστό θα μοίραζα, να φάνε, να χορτάσουν…

Γιατί έτσι πρέπει να είναι ο άνθρωπος. Νερό, φαΐ, αγάπη. Αέρας, ήλιος, ουρανός…

Χωρίς αυτά πεθαίνει…

Κι ύστερα ν’ ανάβανε φωτιές και να σιγοτραγουδούσαν. Βλέμματα ν’ ανταλλάσανε κι έρωτες… Πολύχρωμα λουλούδια…

Θα ‘δινα το παλάτι μου σ’ ανθρώπους σπουδαγμένους… Βιβλία να το γέμιζαν, τετράδια, μολύβια… Να ‘ρχόταν όποιος ήθελε, μικρός, μεγάλος, γέρος, γράμματα για να μάθαινε. Να έγραφε, να διάβαζε, να έβλεπε τ’ αστέρια.. Οι δάσκαλοι θα ‘ταν εκεί, με υπομονή θα έδειχναν, τις θάλασσες όλης της γης, τα μήκη και τα πλάτη…

Θα έφτιαχνα κι ένα θέατρο… Δωμάτια να θέλεις… Και έργα θ’ ανεβάζαμε. Και δράμα, κωμωδία και ποίηση και διάβασμα και ό,τι θέλεις θα είχε.

Θα έχτιζα και σάλα μουσικής… Χίλια τραγούδια θα ‘λεγαν, παιδιά, κοπέλες και αγόρια. Και όργανα μέσα πολλά… Και πιάνα και κιθάρες…

Γιατρούς θα έφερνα πολλούς… Για την καρδιά, τα μάτια, το συκώτι. Για ιλαρά, για το λαιμό, κοκίτη και συνάχι… Και φάρμακα και βότανα και χίλιες θεραπείες…

Αν ήμουνα βασίλισσα, θα έπλεκα με τις πλέκτριες. Θα έραβα με μοδίστρες… Φαΐ θα έφτιαχνα ζεστό, τον κόσμο να φιλέψω… Και συνταγές θα έψαχνα, γλυκά να κάνω φρέσκα… Το βράδυ στο σπιτάκι μου, αν ήτανε χειμώνας, θα άναβα το τζάκι μου, θα έψηνα πιτούλες, ζεστό κρασί ή φασκόμηλο και αγκαλιά θα ήμουνα με άντρα μυρωδάτο… Στα μάτια θα με κοίταζε, γλυκά θα τον φιλούσα… Τα χέρια θα ενώναμε, γι’ αγάπη θα μιλούσα… Την άνοιξη μες στην αυλή και μέσα στα λουλούδια, θα ζύμωνα χρυσό ψωμί, να ‘ρθει να τον φιλέψω… Αγάπη, έρωτα, πιοτί…

Τα πλούτη και τα ασήμια, άχρηστα είναι στη ζωή… Μόνο μπελάδες φέρνουν… Είναι καλά, αλλά τόσα όσο πρέπει. Τα άλλα δώστα, χάρισε τα… Θα ‘ρθει μια μέρα ζοφερή, τα μάτια που θα κλείσεις. Μόνη θα φύγει η ψυχή, χωρίς τίποτα μαζί της. Φορέματα δε θα φορεί, μήτε χιτώνα από χρυσό ή κάπα από ασήμι…

Γιατί έτσι πρέπει να ‘ναι ο άνθρωπος. Νερό, φαΐ, αγάπη… Αέρας, ήλιος, ουρανός…

Αν ήμουνα βασίλισσα…

Μα υπάρχουν βασιλιάδες; Μόνο στα παραμύθια!!! Μα οι άνθρωποι είναι αληθινοί και η ζωή επίσης…

 

Θεοπίστη

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.