Αυτό το χέρι που γράφει δεν το ορίζω…

Απλώνει τα δάχτυλα του και παίρνει κόλλες χαρτιού από το γραφείο. Πηγαίνει παραδίπλα και ακουμπά απαλά το μολύβι ή το στυλό. Τα τραβάει από τη μολυβοθήκη και γρήγορα –γρήγορα αρχίζει να ενώνει γράμματα. Και από τα γράμματα σχηματίζονται λέξεις. Και μετά γεννιούνται προτάσεις. Πότε μικρές και πότε μεγάλες. Κάποτε αστείες και μερικές φορές σοβαρές. Προτάσεις που μέσα τους κλείνουν αλήθειες ή φαντασίες που θα θέλανε να είναι αλήθειες. Περικυκλώνουν ώρες μιας παρελθούσης ζωής όμορφης και άσχημης. Ενώνουν κομμάτια από διαφορετικές μέρες και νύχτες. Μέρες με άπειρο ήλιο, με αμέτρητα χαμόγελα ξεγνοιασιάς. Με ατελείωτες ώρες δουλειάς, πότε δύσκολης, κουραστικής, αλλά κάποιες φορές πιο ανάλαφρης και αμέριμνης.

Και νύχτες…

Πολλές νύχτες μοναξιάς και πόνου. Ερημιά ψυχής με εκατοντάδες αναμνήσεις. Όμως και νύχτες με τρελούς χορούς σε παραλίες και μαγαζιά. Σε αμμουδιές με τεράστιες αναμμένες φωτιές. Με έρωτα όλο πάθος και με αγάπη. Με φεγγάρια μικρά, μεγάλα, σκοτεινά αλλά και ολόφωτα.

Θυμίζουν νύχτες με τρέξιμο για να προλάβουν στη δουλειά. Με ξενύχτια από παιδικά κλάματα. Με αγωνίες πάνω από ένα παιδικό κρεβατάκι ή πάνω από κάποιο νοσοκομειακό κρεβάτι αγαπημένου προσώπου.

Αυτό το χέρι που γράφει δεν το ορίζω…

Γράφει λόγια που ειπώθηκαν για καλό ή και για κακό σκοπό. Γράφει για λάθη. Για αυτοκριτική. Αλά και για κριτική άλλων προσώπων. Μουντζουρώνει το χαρτί με ασήμαντες λέξεις. Πότε βαλμένες ωραία και νοικοκυρεμένα, με νόημα, με αρχή και τέλος. Και πότε ανακατεμένες, μια στο καρφί και μια στο πέταλο. Λέξεις παρμένες από τη ζωή. Από το χθες, το πέρσι, το αύριο και του ευρύτερου μέλλοντος. Κλεμμένες από του θεού το στόμα. Από τους ήχους του νερού.

Αυτό το μυαλό που σκέφτεται δεν το ορίζω…

Δίνει εντολές στο χέρι και το αναγκάζει να τρέξει. Να σχηματίσει το σίγμα και το κάπα. Το άλφα και το ψι. Και πίσω από το άλφα να κρύψει κάτι, αλλά και να βγάλει το κρυφό χαρτί. Να πει ένα παραμύθι, ένα ποίημα, κάτι που έγινε αλλά δεν έγινε. Κάτι που πέθανε όμως ζει. Ίσως κάτι που πονάει, αλλά ξεχάστηκε.

Δίνει εντολές στο στόμα για να σχηματίσει με τα χείλη το –ου. Κι αυτό με τη σειρά του να έρθει και ν’ ακουμπήσει στην ψυχή και μετά να κατεβεί στο σώμα. Να προχωρήσει στο ένα άδειο άκρο και από ‘κει να φύγει, να πετάξει. Να πάρει σάρκα και οστά με τη φαντασία και με την πραγματικότητα. Δύο αδελφές όμοιες, αλλά και τόσο διαφορετικές. Με τη μία αδελφή, φαντάζεσαι πως τα ζεις. Και με την άλλη, πραγματοποιείς με μεγάλη φαντασία. ‘Η και με… φαντασιώσεις. Όσο ταιριαστά είναι όλα στη ζωή μας!

Αυτό το χέρι που δεν το ορίζω, είναι φορές που προσπαθώ να το σταματήσω… Και το μυαλό μου δίνει εντολές μια εδώ και μια εκεί, ορκίζομαι πως μέρες ολόκληρες ψάχνω να βρω τρόπο για να το παγιδέψω….

Αυτά τα μάτια κάποιες στιγμές, πέφτουν πάνω στις κόλλες χαρτιού και διαβάζουν. Τρέχουν πάνω στις γραμμένες αράδες και μέσω του απαγίδευτου μυαλού αναρωτιούνται πότε γράφτηκαν αυτά τα λόγια.

Συνομιλούν με το χέρι: Πότε τα έγραψες αυτά;» Κι εκείνο απορημένο δεν απαντά. Γιατί δεν θυμάται!!!

Θεοπίστη

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.