Βαρύτητα… Μια λέξη που αφήνει πίσω της πολλά υπονοούμενα (όπως εκείνη του κέρατου)!!!

Και απορώ βρε παιδάκι μου γιατί ανακαλύφθηκε! Κι αυτός ο κύριος που την σκέφτηκε, άλλη δουλειά δεν είχε; Σηκώθηκε το πρωί, ήπιε το τσάι του ή τον καφέ του, μπορεί να ήπιε και το γάλα του, δε γνωρίζω ακριβώς, είδε κάτι να πέφτει κατά κάτω και είπε: «Ουπς, ΒΑΡΥΤΗΤΑΑΑΑ…». Ε, αϊ στο καλό πια.

Με τη βαρύτητα λοιπόν, ήρθαν και πολλά κακά. Πέφτουν αντικείμενα και σπάζουν. Ας πούμε, το αγαπημένο φλιτζάνι που έπινα τον καφέ μου. Γκραν… παρ’ το κάτω. Πιατέλες, πιατάκια, βάζα κτλ, κτλ.

Άλλο παράδειγμα. Κρατάς το σκερπάνι για να κάνεις μία χι δουλειά. Και ξαφνικά!!! αυτό πέφτει. Και συγκεκριμένα πάνω στο ξυπόλητο πόδι σου. Αφού βγάζεις καπνούς και ξεστομίζεις διάφορα διακοσμητικά επίθετα στο τέλος λες: «Άτιμη βαρύτητα». Ο άντρας μου πάλι λέει: «Μα τι έχεις για χέρια; Άχυρα; Η βαρύτητα σου φταίει;». Συνεχίζω. Περπατάς στο δρόμο, εγώ δηλαδή, και περνάς πάνω από μία σχάρα υπονόμου. Κρατάς το κλειδί του αυτοκινήτου σου, γιατί κατευθύνεσαι προς αυτό. Και πάλι ξαφνικά… έρχεται αυτή η κυρία βαρύτητα και σου αρπάζει το κλειδί από τα χέρια και σου το πετάει μες στη σχάρα. Εσύ, εγώ δηλαδή, μένεις με το στόμα ανοιχτό και κάθεσαι σαν τη χαζή και το κοιτάς. Εκείνη την ώρα σκέφτεσαι: «Φέρτε μου αυτόν που ανακάλυψε αυτήν την κυρία, να τον σκίσω στα δύο σα χασέ».

Βάφεσαι στον καθρέφτη του σπιτιού σου. Και κάτι δε σου «κάθεται» καλά. Κοιτιέσαι από ‘δω, κοιτιέσαι από ‘κει και ξαφνικά ΑΝΑΚΑΛΥΠΤΕΙΣ, πως έχει μία μικρή, ασήμαντη θα έλεγα, πτώση του βλεφάρου. Σε πιάνει πανικός γιατί νομίζεις πως έχεις πάθει κάποια σοβαρή ασθένεια, αλλά αμέσως μόλις ηρεμήσεις, σκέφτεσαι πως για το συμβάν φταίει αυτή η διαολεμένη λέξη. Ο ίδιος πανικός σε πιάνει, μόλις δεις και το περίγραμμα των υπέροχων, αισθησιακών χειλιών σου, να κοιτάζει λίιιιγο προς τα κάτω. Τα σηκώνεις εσύ, σηκώνονται. Τ’ αφήνεις, πέφτουν. Μετά σκέφτεσαι, πως για να είναι αυτά συνεχώς στη σωστή θέση, πρέπει εσύ να χαμογελάς μονίμως σαν την ηλίθια. Σειρά έχει το στήθος. Το σηκώνεις εσύ, πέφτει αυτό. Ξαναπροσπαθείς και ξαναπροσπαθείς. Το πιάνεις, το γυρνάς από τη μία, το γυρνάς από την άλλη, είτε μικρό, είτε μεσαίο ή μεγάλο, το αποτέλεσμα είναι σχεδόν πάντα το ίδιο. ΠΤΩΣΗ. Σε κοιτάζει πάλι ο άντρας σου, που προσπαθείς και προσπαθείς και είναι υπομονετικός. Με όλα αυτά που ακούει, σε συνδυασμό πάντα με τις κινήσεις. Στο τέλος, επειδή βλέπει πως είσαι έτοιμη ν’ αυτοκτονήσεις, σου λέει: «Μα όπως κι αν είσαι, παραμένεις θεά αγάπη μου». Εσύ κάνεις πως το πιστεύεις, γιατί δεν έχεις και πολλές επιλογές, αλλά κατά βάθος σε βολεύει κιόλας και αφήνεις τη βαρύτητα να κάνει σιγά-σιγά και ύπουλα τη δουλειά της.

Την ίδια δουλειά φυσικά, κάνει και σε άλλα σημεία του σώματός σου, που όσο και να τα γυμνάζεις ή όσο και αν ξεπατώνεσαι με διάφορες χειρωνακτικές εργασίες, η ζημιά αργά αλλά σταθερά, γίνεται. Και η βαρύτητα συνεχίζει να κυριαρχεί καθημερινώς στη ζωή μας, με τα διάφορα αντικείμενα που πέφτουν, με τη χαλάρωση των μυών, αλλά και της επιδερμίδας μας, με τις διάφορες φράσεις τύπου «σκύβω και χύνεται το μάτι μου από τον πονοκέφαλο», «έπεσε η υπόληψή του», «έπεσα στα πατώματα» κτλ, με τ’ αστέρια να πέφτουν, με τον ουρανό να πέφτει στο κεφάλι μας.

Στην τελική όλα, μα όλα πέφτουν. Αυτά που φαίνονται κι αυτά που δε φαίνονται. Αυτά που λέγονται και άλλα που δε λέγονται. Και κλείνω το υπέροχο αυτό κείμενο!!!, με μία φράση: «Άτιμη βαρύτητα, τι μου ‘μελε να πάθω;»…

 

Θεοπίστη

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.