Του Βασίλη Τζιτζή, Σκάλα Καλλιράχης Θάσος

Στο τέλος αυτής της ιστορίας μας θα πούμε που είναι αυτή η Δημοκρατία και πώς ξεκίνησε η ιστορία στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στην Κρήτη κατά την διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, όταν επιχειρούσαν οι γερμανοί να καταλάβουν τον νησί της Κρήτης.

     Σύμφωνα με το έθιμο των ιθαγενών της Νέας Ζηλανδίας, των Μαόρι, υπάρχει μια περιοχή που είναι αυτόνομη μέσα στην Δημοκρατία της Νέας Ζηλανδίας, που έχει δικό της σύνταγμα, αλλά οι νόμοι είναι αυτοί που ήταν για εκατοντάδες χρόνια εκεί και από την στιγμή που δεν αντικρούουν τους νόμους της πραγματικής Δημοκρατίας της Νέας Ζηλανδίας, τους επιτρέπουν να έχουν και την δική τους Δημοκρατία.

    Έτυχε τώρα λόγω ηλικίας να εκλεγεί Πρόεδρος σ’ αυτήν την Δημοκρατία, το όνομα του οποίου μου διαφεύγει αυτή τη στιγμή καθότι είναι δύσκολο να το γράψω.

    Επειδή είναι έθιμο η Δημοκρατία πάντα να εκπληρώνει μια επιθυμία του Προέδρου, που ο καημένος δεν είχε καμία επιθυμία, παρά μία και μοναδική στη ζωή του, να καλούσε εκείνον τον κρητικό που του έσωσε τη ζωή κατά τον πόλεμο με τους γερμανούς.

    Το μόνο που θυμόταν ήταν, ότι τον έλεγαν Μανώλη και την περιοχή Σφακιά.

     Έστειλε η Δημοκρατία της Νέας Ζηλανδίας μια πρόσκληση σε κάποιον Μανώλη στα Σφακιά, για λογαριασμό του Προέδρου της Δημοκρατίας της Τσιανγκαμομόνα.

    Οι ελληνικές αρχές που πήραν την πρόσκληση, έπεσαν σε συλλογισμό σε ποιόν Μανώλη να δώσουν την πρόσκληση, που οι μισοί στα Σφακιά λέγονται Μανώλης.

    Τέλος, για να μη σκοτίζονται έστειλαν την πρόσκληση στα Σφακιά στη Χώρα και περίμεναν να δούνε ποιόν θα βρούνε, έτσι ηλικιωμένο να έχει βοηθήσει κάποιον νεοζηλανδό εκείνη την εποχή.

    Η πρόσκληση πέρασε από πολλές κοινότητες ψάχνοντας για κάποιον Μανώλη, που να βοήθησε έναν νεοζηλανδό κατά τη διάρκεια της επίθεσης της Γερμανίας στο νησί.

    Τέλος κάποιος είπε στον Αη-Γιάννη των Σφακίων υπάρχει ένα γεροντάκι που τον λένε Μανώλη και βοήθησε πολλούς νεοζηλανδούς να μπαρκάρουν στα πλοία για την Αίγυπτο.

    Κάτι θυμόταν από εκείνα τα γεγονότα και όλοι αποφάνθηκαν, ότι αυτός είναι ο Μανώλης που ψάχνει ο Πρόεδρος της τάδε Δημοκρατίας.

    Και είπε το περιστατικό, που ο πολυβολητής είχε τραυματιστεί και ο γεμιστής του πήρε το πολυβόλο και ο Μανώλης έκανε τον γεμιστή και κατέρριψαν ένα αεροπλάνο και ο Μανώλης κατέβασε τον τραυματία πολυβολητή στην παραλία και εκείνη τη νύχτα ήρθε το καράβι από την Αίγυπτο και τους παρέλαβε, αυτά θυμόταν ο Μανώλης.

    Αλλά δεν ήξερε αν η πρόσκληση ήταν από αυτόν η από κάποιον άλλο, επειδή τότε σχεδόν όλοι οι κρητικοί βοήθαγαν τον κάθε πολεμιστή εναντίον της Γερμανίας.

    Σύμφωνα με τις οδηγίες έπρεπε να παρουσιαστεί στο Προξενείο της Νέας Ζηλανδίας, για να παραλάβει το διαβατήριό του της Νέας Ζηλανδίας, τιμής ένεκεν και τα εισιτήρια.

    Την ημέρα της αναχώρησής του ο Μανώλης ήταν ντυμένος με την παραδοσιακή  κρητικιά βράκα, τα στιβάνια, το ζουνάρι με την κάμα και την μαντίλα στο κεφάλι και ξεκίνησε από το Προξενείο της Νέας Ζηλανδίας με λιμουζίνα με τις σημαίες της Δημοκρατίας και τον πήγανε στο αεροδρόμιο.

    Όπως καταλαβαίνετε ήταν επιβάτης της πρώτης θέσης.

   Όταν η αεροσυνοδός του υπέδειξε την θέση του, είπε από μέσα του ο μπάρμπα Μανώλης, ήντα πράγμα έκαναν τα πούλμαν επαέ;.

    Η εξυπηρέτηση στο αεροπλάνο ήταν άλλο πράγμα, με κάτι παράξενα φαγητά και κρασιά, αλλά ο μπάρμπα Μανώλης ζήτησε ένα κρητικό πιλάφι και μια ρακή.

    Του έφεραν το πιλάφι, αλλά αντί για ρακή του έδωσαν βότκα, που του άρεσε και για να δει αν ήταν τόσο δυνατή όσο και η ρακή την δοκίμασε με το τσακμάκι του να δει άμα βγάζει φλόγα.

    Άλλαξε έξι αεροπλάνα, μέχρι που βαρέθηκε και είπε στην αεροσυνοδό στα κρητικά, επαέ μωρέ για χαζό με περνάτε, που με περνάτε από το ίδιο μέρος δέκα φορές;.

   Η αλήθεια είναι έπρεπε να πετάξει μέσω Ντουμπάι, Χονγκ-Κονγκ, Μανίλα, Νησιά του Πάσχα. Ουέλινγκτον, Άρθουρ- Πας και με το τρένο στην Δημοκρατία της Τσιανγκαμομόνα.

   Εκεί στον σταθμό τον περίμεναν όλοι οι κάτοικοι της Δημοκρατίας ντυμένοι με τις παραδοσιακές στολές τους, δηλαδή ολοτσίτσιδοι, μόνο με κάλτσες για τους σκορπιούς και μια γιρλάντα με λουλούδια στο λαιμό τους.

    Όταν είδε αυτά τα πράγματα ο μπάρμπα Μανώλης μονολόγισε, επαέ, δεν μπορούσε ο βλογημένος να μου στείλει την πρόσκληση πριν από ογδόντα χρόνια;

    Δεν βρίσκω τα κατάλληλα λόγια για να περιγράψω το πόσο ωραία πέρασε ο μπάρμπα Μανώλης στην προεδρική κατοικία, που ήταν μια καλύβα με μια αιώρα στη μέση για τον ύπνο και έξω ένα μικρό ρυάκι που έτρεχε βραστό νερό και εκεί έβραζε τα αυγά η προεδρίνα για το πρωινό του μπάρμπα Μανώλη.

    Του έκαναν και επίσημο δείπνο με καλεσμένους τους επίσημους της Δημοκρατίας που ήρθαν με το επίσημο ένδυμα ολόγυμνοι με μια γιρλάντα στο λαιμό τους και οι κατσίκες να τρώνε μερικά λουλούδια από μερικούς.

   Βέβαια το πρόβλημα της γλώσσας λύθηκε, επειδή ο μπάρμπα Μανώλης είχε ακέραια όλα τα δάχτυλά του και στα δυο χέρια.

    Ένα πρόβλημα που είχε ο μπάρμπα Μανώλης, ήταν ο ύπνος σε εκείνη την αιώρα με τα κορίτσια που του έβαζαν δίπλα του η προεδρίνα κάθε βράδυ και μια.

    Μόνο που τα κορίτσια παραπονιόντουσαν, ότι δεν τα τίμησε.

   Όταν ήρθε η ώρα της απονομής του τίτλου για πολίτης αυτής της Δημοκρατίας ο μπάρμπα Μανώλης τα βρήκε σκούρα.

   Ήταν το έθιμο να τον βουτάνε σε ένα ηφαίστειο που έβγαζε βραστό νερό και ο υποψήφιος έπρεπε να πηδήξει μέσα για να γίνει επίσημα πολίτης της Δημοκρατίας φυσικά όλοι πήδαγαν μέσα στο βραστό νερό ολόγυμνοι και όποιος άντεχε περισσότερο ήταν μεγάλη τιμή. Ο μπάρμπα Μανώλης στην αρχή αρνήθηκε, αλλά η επιμονή του Προέδρου τον ανάγκασε να πηδήξει με τα ρούχα του, πράγμα που δυσαρέστησε τον Πρόεδρο και όταν τον έβγαλαν έξω φώναξε, λίγο ακόμη και γενόμουν βραστό ριφάκι.

   Τον ξέντυσαν για να στεγνώσουν τα ρούχα του και ο μπάρμπα Μανώλης δέχτηκε την γιρλάντα με τα λουλούδια και την άλλη μέρα η φωτογραφία του ήταν σε όλες τις εφημερίδες, τότε φώναξε στη γυναίκα του έλα μπρέ να με δεις πως δεν έχω πράγμα;.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.