Του Βασίλη Τζιτζή, Σκάλα Καλλιράχης Θάσος

Τον πατέρα μου όπως τον θυμάμαι, ήταν ο πιο απλός, ο πιο ταπεινός άνθρωπος πάνω στη Γη. Δεν θυμάμαι ποτέ να αντιμίλησε σε κανέναν ή να αντάλλαξε κουβέντα με κανένα χωριανό για οτιδήποτε θέμα.

      Πάντα ήταν ήρεμος και δεν σκοτιζόταν για τα οικογενειακά προβλήματα, που τα φρόντιζε η μάνα μου, που αφού τα τακτοποιούσε κατά την γνώμη της σωστά, μετά τα εξηγούσε στον πατέρα μου για να πάρει την έγκρισή του.

Παντρεύτηκαν πολύ νέοι και οι δύο ο πατέρας μου δεκαεννιά η μάνα μου δεκατρία. Η ζωή του επιφύλασσε του πατέρα μου μια μεγάλη περιπέτεια στο στρατό πρώτα στο τούρκικο στρατό και μετά στο ελληνικό που πήγε εθελοντής, αφού δραπέτευσε από το τούρκικο ναυτικό, που υπηρετούσε στο νεοαποκτηθέν από την Γερμανία και ονομάστηκε ΧΑΜΙΔΙΕ, το μεγαλύτερο πλοίο της Τουρκίας τότε.

    Όταν ο πατέρας μου ήταν δέκα χρονών γνωρίστηκε με ένα ορφανό παιδάκι στην ηλικία του που το έλεγαν Ισμαήλ. Στον κόσμο δεν θυμόταν να είχε μπαμπά και μαμά παρά τον Ντεντέ του, δηλαδή τον παππού του, που ήταν τυφλός.

    Λέγανε στο χωριό του, εκεί στην Τουρκία,  στα προάστια της Προύσας, ότι ο γέρος ήταν Ιμάμης και μάλιστα πολύ ξακουστός, αλλά τάχα έπεσε σε διχόνοια με άλλους ιμάμηδες στα μέρη των Κούρδων και γι’ αυτό τον τύφλωσαν και τον εξόρισαν και γι’ αυτό οι τούρκοι του Σούσουρλουκ, δεν τον δέχτηκαν και έμενε στην ελληνική γειτονιά και μια μέρα που ήρθε ο Ισμαήλ να ζητιανέψει ψωμί από το σπίτι του πατέρα μου από κείνη τη μέρα ο πατέρας μου τον συμπάθησε και από τότε κάθε μέρα ο Ισμαήλ ήταν με τον πατέρα μου, πότε στα χωράφια πότε στις μουριές να κόβουν κλαδιά για τους μεταξοσκώληκες και τα δυο παιδιά μέσα σε έξι χρόνια μεγάλωσαν μαζί και μάλιστα ο Ισμαήλ έμαθε να ψέλνει από τον πατέρα μου και ταυτόχρονα ο πατέρας έμαθε τις τούρκικες προσευχές.

     Όταν ο πατέρας μου έγινε δέκα έξι χρονών, ήρθε η αστυνομία στο σπίτι του παππού μου και είπε, ότι το παιδί ο Μιχαήλ πρέπει να παρουσιαστεί στο στρατό.

     Ο παππούς μου είπε, ότι το παιδί είναι μόνο δέκα έξι, αλλά εκείνοι είπαν σύμφωνα με τα δικά τους χαρτιά ήταν δέκα εννιά χρονών, τότε θυμήθηκε ο παππούς μου, ότι ένα παιδί πριν τον πατέρα μου που το έλεγαν Μιχαήλ, πέθανε, αλλά ο πατέρας του δεν πήγε στην κοινότητα να δηλώσει το παιδί που πέθανε, επειδή εντωμεταξύ γεννήθηκε ο πατέρας μου και τον έβγαλαν και αυτόν Μιχαήλ.

     Έτσι ο πατέρας μου βρέθηκε στο κέντρο εκπαίδευσης μαζί με άλλους πέντε χιλιάδες το 1913. Όταν ο στρατηγός καλώς όρισε τους νεοσύλλεκτους και τους είπε από αυτή τη στιγμή είστε παιδιά της Τουρκίας και παρακαλώ να έρθει κάποιος να κάνου-με την προσευχή μας, κανείς δεν πήγε. Ο στρατηγός φώναξε άλλες δύο φορές, αφού δεν πήγε κανείς, πήγε ο πατέρας μου και είπε την προσευχή. Ο στρατηγός τον ρώτησε πως σε λένε;, είπε Μιχαήλ, τότε ο στρατηγός τον ρώτησε δεν είσαι μουσουλμάνος; Ο πατέρας είπε είμαι χριστιανός, τότε σήκωσε ο στρατηγός τα χέρια στον ουρανό και είπε καημένη Τουρκία πως κατάντησες, χριστιανός να κάνει την προσευχή στο στρατόπεδο και επειδή τον είδε νεαρό τον ρώτησε πόσο χρονών είσαι;, του είπε δέκα έξι και γιατί σε φέρανε εδώ; δεν ξέρω είπε ο πατέρας μου κάποιο λάθος έγινε με τον αδερφό μου που πέθανε πριν από μένα και ο πατέρας μου δεν δήλωσε τον θάνατο εκείνου και την δική μου γέννα, γι’ αυτό στα χαρτιά φαίνομαι μεγάλος κατά τρία χρόνια.

    Μετά το φαγητό να έρθεις να δω τι μπορώ να κάνω για σένα. Πράγματι πήγε ο πατέρας μου μετά το φαγητό και εκεί ο στρατηγός του είπε, το καλλίτερο που μπορώ να κάνω για σένα είναι σε στείλω σχολείο που θα πιαστεί σαν στρατιωτικό και θα μάθεις και γράμματα, έτσι και έγινε. Όταν η Ελλάδα έκανε την απόβαση στην Μικρά Ασία ο πατέρας μου υπηρετούσε στο τούρκικο ναυτικό, αλλά αντιλήφθηκε, ότι σχεδίαζαν να τον σκοτώσουν και δραπέτευσε και πήγε εθελοντής στον ελληνικό στρατό.

    Επειδή τα ελληνικά του ήταν σπαστά, τον έβαλαν να δουλεύει στους κινητούς φούρνους της μεραρχίας και μια Κυριακή που οι φούρνοι δεν δούλευαν, είχε ξαπλώσει δίπλα σε ένα φούρνο και έκλαιγε για το χαμό της κορούλας του, που του το είπε ένας χωριανός του.

    Εκείνη τη στιγμή ήρθε ένας λοχίας και ένας φαντάρος και ζήτησαν ψωμί. Ο πατέρας μου τους είπε σήμερα ψωμί ντέ έχει, τότε θύμωσε ο λοχίας και τον κλώτσησε φωνάζοντας φέρε μου γρήγορα μια κουραμάνα γαμώ την Παναγία σου.

    Τότε σηκώθηκε ο πατέρας μου άρπαξε ένα ξύλο από το σωρό και χτύπησε το λοχία στο κεφάλι. Αμέσως κινητοποιήθηκε το συγκρότημα, συνέλαβαν τον πατέρα μου και το έριξαν στη φυλακή και σε δύο μέρες έγινε το στρατοδικείο και καταδικάστηκε εις θάνατον επί βιαιοπραγία κατά ανωτέρου.

    Ο λοχίας έπεσε σε κώμα και οι στρατοδίκες περίμεναν να συνέλθει ο λοχίας η να πεθάνει αναλόγως να βγάλουν και την τελική απόφαση.

    Εν τω μεταξύ παρουσιάστηκε ο φαντάρος που ήταν με τον λοχία και κατέθεσε ότι όντως. ό λοχίας έβρισε την Παναγία  και αναβλήθηκε η εκτέλεση για δύο βδομάδες.

    Κάλεσαν τον πατέρα μου για τελευταία απολογία, που μέχρι τότε δεν του επέτρεψαν να πει κουβέντα, αλλά το νέο διαδόθηκε  ανάμεσα σε όλους τους εθελοντές, ότι θα τον εκτελούσαν την άλλη Τετάρτη, δηλαδή σε πέντε μέρες και κατά την απολογία του επέτρεψαν να τον δουν οι φίλοι του. Όλοι φώναζαν αν τον εκτελέσετε θα φύγουμε όλοι οι εθελοντές, παλιάνθρωποι δεν έχετε ούτε ιερό ούτε όσιο.

    Ο πρόεδρος του στρατοδικείου τον ρώτησε γιατί χτύπησες τον λοχία;

–   Εγώ στρατηγέ, έκλαια για το παιδί μου που πέτανε και ήρτε αυτός ζητάει ψωμί, είπα σήμερα Κυριακή ψωμί ντε έχει, μου είπε φέρε κουραμάνα γκαμώ το Παναία σου, τότε πήρα το ξύλο και χτύπησα και δεν πισμανεύω γιατί όποιος γκαμάει ντικό μου Χριστό, ντικό μου Παναία εγώ σκοτώνω.

    Γι’ αυτό έφυγα από τούρκικο στρατό και ήρτα ελληνικό, αλλά ελληνικό στρατό χειρότερο από τούρκικο είναι.

    Τότε όσοι ήταν στην αίθουσα άρχισαν να χειροκροτούνε και ανεβλήθη η δίκη μαζί με την εκτέλεση, μέχρι νεωτέρας αποφάσεως μετά την κατάθεση του φαντάρου.

    Την άλλη βδομάδα έσπασε το μέτωπο και τους φυλακισμένους στα βαγόνια τους άφησαν να φύγουν όπως έφευγαν όλοι.

Πολλοί εθελοντές φώναζαν σας τιμώρησε η Παναγία.

     Ο πατέρας μου με τα στρατιωτικά πιάστηκε από τους τσέτες και ο Ισμαήλ τον γλύτωσε, που ήταν ο αρχηγός των ανταρτών και τότε του είπε, εγώ  πήγα στην αγκαλιά μου το κοριτσάκι σου στο νεκροταφείο και το κηδέψαμε μαζί με την Μαριάνθη, αλλά Μιχαήλ να μάθεις και αυτό, οι δικοί σου  δεν έχουν Θεό, τον Ντεντέ τον σκότωσαν, τον άγιο άνθρωπο, οι άτιμοι.

    Πάντως ότι  και να γίνει να μη νοιάζεσαι για την κόρη σου, εγώ νομίζω, ότι ήταν δικό μου παιδί, χίτς καίρμα, και θα φροντίζω τον τάφο του όποτε πηγαίνω να ανάβω ένα κεράκι και στον Ντεντέ, θα ανάβω και στην Γεωργία σου.

     Και έτσι χώρισαν οι δύο φίλοι.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.