Του Βασίλη Τζιτζή, Σκάλα Καλλιράχης Θάσος

Όσο ζούσε η γιαγιά μου έκανα συχνά παρέα με τον παππού μου, πότε στον κήπο, πότε στο χαγιάτι του υπόστεγου, όταν έβρεχε συνήθως και τις καλές μέρες πάντα τον ακολουθούσα από πίσω, όταν έσπερνε τις ντοματιές και τις αγγουριές και δεν βαριόμουν να ακούω τα κατορθώματά του στον πόλεμο της Αλβανίας. Όταν πέθανε η γιαγιά όλα τα πράγματα ανακατώθηκαν στην ζωή του παππού μου και όταν ο πατέρας μου εξήγησε στο παππού, ότι πρέπει να πάει στο γηροκομείο ένας απογοητευτικός μορφασμός σχηματίστηκε στο πρόσωπό του και δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια του. Θυμάμαι με τι πόνο αποχαιρέτισε το σπίτι, που το έχτισε με τα χέρια του μόνος, με τη γιαγιά που κουβαλούσε την λάσπη και κατάφεραν να ζήσουν τόσο όμορφα και να μορφώσουν δύο παιδιά εκείνα τα δύσκολα χρόνια της κατοχής και του εμφύλιου να βγει γεωπόνος ο μπαμπάς μου και δασκάλα η θεία Ευγενία. Πολύ τον λυπήθηκα, όταν αποχωριζόταν το σπίτι του, ήταν σαν να είχαμε κηδεία σε ζωντανό νεκρό.

    Καθώς κατέβαινε τις σκάλες, σε κάθε σκαλοπάτι στεκόταν λίγο χάιδευε το ξύλο της σκάλας και στο τελευταίο σκαλί φίλησε την πόρτα που έκλεινε την σκάλα να μην ανεβαίνει ο σκύλος απάνω.

   Σχεδόν όλα τα εργαλεία του, που σκάλιζε τον κήπο τα χάιδεψε και τα φίλησε σαν να αποχαιρετούσε για πάντα την ζωή.

   Εγώ έκλαιγα από συγκίνηση και δεν είχα κουράγιο να πάω με τον πατέρα μου στο γηροκομείο και τον αποχαιρέτησα με δάκρυα στα μάτια πριν μπει στο αυτοκίνητο.

   Τότε πρόσεξα, ότι κάτω από την μασχάλη του είχε ένα κουτί, κάτι σαν κασετίνα.

   Αυτό δεν έτυχε ποτέ να το δω και είχα στο νου μου να ρωτήσω τον πατέρα μου όταν θα γύριζε από το γηροκομείο. Πέρασαν τρία χρόνια και συχνά πηγαίναμε να δούμε τον παππού στο γηροκομείο να του πάμε καινούρια ρούχα και αλλαξιές εσώρουχα, επειδή εκείνα του γηροκομείου ήταν ασιδέρωτα και ο παππούς ήταν συνηθισμένος να φοράει ακόμη και τα εσώρουχα σιδερωμένα, έτσι τον είχε μαθημένο η μακαρίτισσα η γιαγιά. Πάντα ήθελα να ρωτήσω τον παππού μου, για την κασετίνα, αλλά ώσπου να τελειώσει την κουβέντα με τον μπαμπά πέρναγε η ώρα και εγώ δεν εύρισκα τον χρόνο να τον ρωτήσω για την κασετίνα. Έτυχε εκείνη τη χρονιά στην έκτη τάξη να πάμε η τάξη μου στο γηροκομείο, όπου ήταν και ο παππούς μου και χάρηκα ιδιαίτερα που θα είχα την ευκαιρία να τον ρωτήσω για την κασετίνα.

   Μοιράσαμε τις κάρτες σε όλους του παππούδες και τις γιαγιάδες και τους ευχηθήκαμε χρόνια πολλά και καλά τους τραγουδήσαμε και μερικά τραγούδια και όταν είπα στους συμμαθητές μου, ότι εδώ ήταν και ο παππούς μου, που επειδή ήταν μικροκαμωμένος άρχισαν να με κοροϊδεύουν τα παιδιά.

   Αυτό δεν με πείραξε, εγώ τον πλησίασα και του έδωσα γνωριμία, ότι ήμουν ο Βασίλης ο εγγονός του, που είχαμε το ίδιο όνομα, χάρηκε πολύ και μου είπε, έλα κάθισε εδώ στο κρεβάτι μου να σου πω μια ιστορία από τη ζωή μου, που κρύβεται εδώ μέσα στην κασετίνα, που πρέπει να την παραδώσω σε κάποιον δικό μου και ο κάποιος αυτός είσαι εσύ. Γύρω μου μαζεύτηκαν και άλλα παιδιά και ο παππούς μου μας είπε την ιστορία τη δική του ιστορία. Υπηρέτησα την θητεία μου σαν όλα τα παιδιά της Ελλάδας. Είχα το χάρισμα να έχω καλό σημάδι και να είμαι μικροσκοπικός, δύο πράγματα απαραίτητα για τον ιδανικό ελεύθερο σκοπευτή και έτσι εκπαιδεύτηκα και ανέλαβα την υπηρεσία του συντάγματος που κατέλαβε το ύψωμα751 στο αλβανικό μέτωπο. Είναι ντροπή να καυχιέμαι, ότι σκότωσα τριάντα έξι αξιωματικούς, αλλά ήταν η υποχρέωση για την Πατρίδα μου που, ήθελε ο εχθρός να την σκλαβώσει.

   Η κάθε μου επιτυχία ήταν και ένα παράσημο, επειδή έβγαζα από την μάχη τον αρχηγό του εχθρού, που πήγαινε στα τυφλά χωρίς τον ηγέτη του και οι δικοί μας τους λιάνιζαν.

   Αυτήν την κασετίνα με τα παράσημά μου την φύλαξε η μακαρίτισσα η γυναίκα μου, επειδή της είπα, τον κάθε αξιωματικό που σκότωνα τον σκότωνα, επειδή νόμιζα, ότι έρχεται να ατιμάσει το κορίτσι μου, που τότε ήμουν ερωτευμένος μαζί του.

    Και αυτή ήταν που την φύλαξε μέχρι τα τελευταία της, την κασετίνα και τώρα που ήρθε η στιγμή να την παραδώσω, σκέφτομαι να την δώσω σε σένα να δεις, ότι κάτι έκανε και ο παππούς σου για να μείνει η Ελλάδα ελεύθερη και το κορίτσι μου αγνό για μένα, μόνο για μένα.

    Την άνοιξε την κασετίνα και μας έδειξε τα τριάντα έξι παράσημά του και μας εξήγησε ένα, ένα τις σήμαινε το κάθε ένα.

    Αυτό με την μπλε κορδέλα ήταν λοχαγός το θύμα. Το άλλο με την κόκκινη ταγματάρχης, το μαύρο και κίτρινο συνταγματάρχης, το άσπρο και μωβ Επίλαρχος και τα άλλα από λοχαγούς και υπολοχαγούς.

    Αφού μας τα εξήγησε όλα μας είπε και μια μικρή ιστορία για τον πόλεμο της Αλβανίας, που οι αξιωματικοί όταν έκαναν το μάθημα για τα αίτια του ανήθικου πολέμου της Ιταλίας μερικοί φαντάροι έλεγαν, ότι τον πόλεμο τον κάνουμε για την τιμή και την αξιοπρέπεια της Ελλάδας, που δεν θέλει να σκλαβωθεί και τότε πετάχτηκε ένας φαντάρος και είπε, ο Βασίλης τους καθαρίζει να μη πάνε στο κορίτσι του και γέλασε όλο το τάγμα.

   Σχεδόν με δάκρυα στα μάτια έκλεισε την κασετίνα και μου την έδωσε και μου είπε, αυτά μόνο μπόρεσα και έκανα, τόσο ήταν το μπόι μου τόσα κατάφερα, κοίταξε εσύ να με περάσεις και στο ανάστημα και στα κατορθώματα αν παρουσιαστεί ανάγκη.

–   Είμαστε μια μικρή χώρα με μεγάλη ιστορία και όλοι μας φθονούν, γι’ αυτό πρέπει να είμαστε όλοι την ώρα έτοιμοι και μονιασμένοι.

    Εκείνη τη στιγμή μερικά παιδιά άρχισαν  να τραγουδάνε το περνάει ο στρατός της Ελλάδας φρουρός και όταν τελείωσαν το τραγούδι, ο παππούς μου είχε πεθάνει με ένα χαμόγελο στα χείλη.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.