Η καφετζού

0
13

Του Βασίλη Τζιτζή, Σκάλα Καλλιράχης Θάσος

Όλοι την ήξεραν με το μικρό της όνομα Ευδοκία, αλλά το πραγματικό της ήταν Αναστασία και η μόνη δουλειά που ήξερε ήταν να λέει τον καφέ, όχι σε τακτικούς πελάτες της, αλλά σε φυλακισμένους.

     Το βιολί είχε μεγάλη και παλιά ιστορία και ξεκίνησε από την κατοχή, όταν για πρώτη φορά την άφησαν οι γερμανοί να μπει στις φυλακές του Αβέρωφ και από τότε έγινε η Καφετζού των φυλακών.

    Σχεδόν κάθε πρωί εμφανιζόταν στην πύλη και ο σκοπός την ήξερε και την άφηνε να μπει και εκεί στον χώρο αναμονής μαζί με τους δικηγόρους και τους γνωστούς των φυλακισμένων περίμενε την σειρά της να πει τον καφέ στους κατάδικους.

    Βέβαια ο κατάδικος γνώριζε την τύχη του, αλλά η κυρά Ευδοκία του έλεγε, άλλα λόγια παρηγοριάς και πολλές φορές έβγαιναν αληθινά όσο πρόβλεπε στον καφέ της.

    Μετά την απελευθέρωση συνέχισε την ίδια δουλειά κάθε πρωί να πηγαίνει στις φυλακές και να λέει τον καφέ στους κατάδικους.

   Είχε το μικρό καμινετάκι της με μια φούχτα καφέ και αρχίναγε την γύρα της, όχι στα κουτουρού, αλλά σε συγκεκριμένα άτομα, που διάλεγε εκείνη την ημέρα που έκανε την επίσκεψή της.

     Βέβαια υπήρχαν και γυναίκες έγκλειστες που τις επισκεπτόταν και πολλές του δρόμου, που τις είχαν πει οι δικηγόροι τους, που τις υπεράσπιζαν και που δίνονταν στους δεσμοφύλακες για μια μικρή εκδούλευση, π.χ. για ένα τηλεφώνημα στον Νταβατζή της.

    Και τότε της έλεγε η κυρά Ευδοκία το φλιτζάνι τους:

                                             Μεγάλη πόρτα θα διαβείς

                                             τα πόδια θα σηκώσεις

                                             χαρά στα σκέλια σου θα δεις

                                             και χρήμα θα τσεπώσεις.

    Πράγματι οι δεσμοφύλακες τις έδιναν και κάνα χαρτζιλίκι να πάρει κάνα κουλούρι από την καντίνα.

    Αρχίναγε πριν από τους δικηγόρους και έκανε καφέ μόνο σε εκείνους που είχε συζητηθεί η περίπτωσή τους στην αίθουσα αναμονής με τους δικηγόρους και πέρναγε πριν από τους δικηγόρους για να πει τον καφέ στον κατάδικο.

    Όπως πάντα τον λόγο τον είχαν εκείνοι, που συζητήθηκε η υπόθεσή του στην αίθουσα αναμονής και οι δικηγόροι δεν μπορούσαν να φαντασθούν, ότι η κυρά Ευδοκία θα προλάβαινε να πει τα νέα πριν από αυτούς.

    Είχε καταντήσει η μάγισσα στις φυλακές, που οι έγκλειστοί έλεγαν μεταξύ τους το είπε η Ευδοκία.

    Και το φινάλε ήταν ο κάθε φυλακισμένος που μάθαινε το νέο από την κυρά Ευδοκία, κάτι της έδινε για ευχαριστώ και αυτό ήταν το μεροκάματο της κυρά Ευδοκίας, καθόλου ευκαταφρόνητο.

    Η κυρά Ευδοκία μπορούσε να γράψει βιβλίο με τις ιστορίες των φυλακισμένων, αλλά για κάποιον λόγο δεν το έκανε.

    Και τα μυστικά που άκουσε από τους φυλακισμένους ήταν αλήθεια θησαυρός για ένα βιβλίο.

    Κανένας ποτέ δεν την ξέχασε την κυρά Ευδοκία και όλοι είχαν να λένε την ιστορία της.

    Κάθε φορά που έφτανε το πρωί η κυρά Ευδοκία παρακολουθούσε τους δικηγόρους στην αίθουσα αναμονής και έπιανε το μυαλό της για ποιόν μιλάνε και εκείνος γινόταν το θύμα της καφετζούς, πώς τάχα τον ονειρεύτηκε και είχε χαρμόσυνα νέα να του πει.

    Και άρχιζε τάχα πως το φλιτζάνι της ημέρας ήταν πολύ ευνοϊκό και η υπόθεσή του θα πάρει καλό δρόμο σε τρία τέρμενα.

    Ο φυλακισμένος φυσικά δεν μπορούσε να διανοηθεί, πως ήταν δυνατόν αυτή να γνωρίζει την υπόθεσή του, δηλαδή της έφεσης και την μετατροπή της ποινής από έγκλημα σε πλημμέλημα.

    Βέβαια κανένας δεν μπορούσε να διανοηθεί, ότι η κυρά Ευδοκία, άκουγε στην αίθουσα αναμονής την συζήτηση των δικηγόρων και έπραττε ανάλογα.

    Έδωσε πολλές ελπίδες σε πολλούς και έμεινε στην ιστορία των φυλακών Αβέρωφ για την τέχνη της να λέει την αλήθεια, μέχρι που οι κατάδικοι να το λένε φανερά, αφού το είπε η κυρά Ευδοκία, έτσι θα γίνει και γίνονταν.

    Και όταν η υπόθεση έβγαινε αληθινή ο κρατούμενος δεν ξέχναγε την κυρά Ευδοκία, την καφετζού και όταν έπαιρνε μεταγωγή σε αγροτικές φυλακές, όπου η ποινή πιανόταν διπλή και έτσι έβγαιναν στον μισό χρόνο από την φυλακή δεν ξεχνούσαν την κυρά Ευδοκία και πάντα κάτι της έδιναν για τον κόπο της και για τα έξοδα, για το καμινέτο και τον καφέ.

     Και στις περισσότερες περιπτώσεις ήταν όσο πλήρωναν τον δικηγόρο ίσως και περισσότερα.

     Το βιολί κράτησε τριάντα δύο χρόνια και σε αυτό το διάστημα η κυρά Ευδοκία φρόντισε για τα εγγόνια της να σπουδάσουν και αποκατέστησε τις δύο κόρες της και όταν πέθανε βρήκαν στο μπαούλο της χίλιες εξακόσιες χρυσές λίρες.

Μέχρι τα βαθιά της γεράματα έκανε την καφετζού και αν ήταν άνδρας θα μπορούσε να εξελιχτεί σε έναν επιτυχημένο ντετέκτιβ. Πολλοί δεσμοφύλακες την θυμόνταν την κυρά Ευδοκία να έρχεται πρώτη στην πύλη και να περιμένει τους δικηγόρους να έρθουν και να τους ρωτάει, για ποιόν ενδιαφέρεσθε εσείς;

    Για τον τάδε έλεγε ο δικηγόρος και αυτή κράταγε το όνομα και πριν επιτρέψουν τους κατάδικους να δουν τους δικηγόρους τους η κυρά Ευδοκία είχε σερβίρει τον καφέ της και ο πελάτης άκουγε την επιβεβαίωση τα όσα του είπε η κυρά Ευδοκία.

    Την ιστορία της την άκουσα από έναν από τους φυλακισμένους και την γράφω για να την  γνωρίσουμε καλλίτερα την κυρά Ευδοκία την καφετζού.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.