Του Βασίλη Τζιτζή, Σκάλα Καλλιράχης Θάσος

Τα πάντα αλλάζουν διακήρυσσαν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι φιλοσοφώντας τότε και προβλέποντας ότι πολλά πράγματα εκείνης της εποχής, δεν θα υπάρχουν στην δική μας εποχή.

      Πολύ σωστά το είπε ο μακαρίτης ο Ηράκλειτος και παίρνω μόνο ένα συγκεκριμένο παράδειγμα την κλειδαρότρυπα, που τόση αξία είχε μέχρι πριν από λίγα χρόνια, ενώ σήμερα ξέπεσε σε ανυποληψία και κανείς δεν την χρησιμοποιεί  και γι’ αυτό οι πόρτες δεν έχουν πλέον κλειδαρότρυπες, αλλά μαγνητικές κάρτες.

      Τι ευτυχία για κάποιον που θα είχε την ευκαιρία να κάνει μπανιστήρι πίσω

από την πόρτα.

      Σήμερα η κλειδαρότρυπα καταργήθηκε και τα διαδραματιζόμενα πίσω από την πόρτα είναι σε ανοιχτή σκηνή, άρα η χρησιμότητα της κλειδαρότρυπας έχει ξεπέσει σε αχρηστία και μαζί και τα διαδραματιζόμενα επί κλίνης ή επί του δαπέδου.

      Που μπορείς άνετα να τα απολαύσεις από το κινητό και από βίντεο που τραβάνε οι ήρωες των σκηνών.

      Τυχεροί όσοι είχαν μια κλειδαρότρυπα εκείνη την εποχή, είχαν την δωρεάν ψυχαγωγία τους και το μπόλικο κουτσομπολιό με τους δικούς τους, για το τι είδαν και άκουσαν πίσω από την κλειδαρότρυπα.

      Φυσικά η πρώτη μπανιστηρτζού ήταν η μαμά, με την πρόφαση να μη πάθει κάτι κακό το παιδί.

      Δεν έχει σημασία αν ήταν αγόρι η κορίτσι και αν επρόκειτο να συνευρεθούν με το έτερον φύλο, τότε η κλειδαρότρυπα, ήταν ο καλλίτερος αγωγός κατοπτεύσεως των γεγονότων πίσω από την πόρτα.

     Η κλειδαρότρυπα καταργήθηκε, όχι όμως και η συνήθεια.

     Οι σημερινές πόρτες των περισσοτέρων  ξενοδοχείων δεν έχουν κλειδαρότρυπες προς γενική απογοήτευση των μπανιστηρτζήδων, αλλά έχουν διαφανή τζάμια προς απόλαυση του θεάματος του διαδραματιζομένου εντός του δωματίου.

     Και οι λίγοι που θα κοιτάξουν μέσα θα φύγουν αηδιασμένοι, διότι το μόνο που θα δουν, θα είναι οι κοινότυπες στάσεις του εξήντα εννέα ή του ενενήντα έξι.

     Χαράς στο πράμα, αφού και στους δρόμους τις ίδιες στάσεις βλέπεις.

     Το κακό είναι και στα πορνό σινέ να πας τα ίδια πράγματα δείχνουν.

      Η ανθρωπότητα περνάει μια συνουσιακή κρίση, η οποία οφείλεται μάλλον στην τεχνολογική εξέλιξη, η οποία απορρόφησε την σεξουαλική φαντασία και την γέμισε τρύπες και πλήκτρα.

      Σ’ αυτό οφείλεται και η υπογεννητικότητα πολλών κρατών, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, που και δεκάχρονα παιδιά διαθέτουν κινητά τηλέφωνα για να ρωτήσουν την μαμά τους, αν είναι έτοιμο το φαγητό ή να ρωτήσει την Μαίρη, αν έχει λίγο χρόνο για τον ίδιο.

      Και αυτή θα απαντήσει, αν τελειώσει με τον Ιβάν, γρήγορα θα έχει χρόνο για ένα στα όρθια, διότι μετά έχει ραντεβού με τον Στήβ και μετά με τον Τζώνη.

     Η Θεοφανώ του Αργύρη, το έβαλε πείσμα, τα παιδιά, δηλαδή ο μοναχογιός τους Τομ  αγγλιστί επί το επικρατέστερο να μη υποληφθεί των άλλων στην ξιπασιά  και Θανάσης ελληνιστί, το ελληνοπρεπές, αλλά σαχλό όνομα το οποίο δεν ήθελε να τον αποκαλούν, ήταν αρραβωνιασμένος με την Ντέμπην, βαφτισθήσα Ευτέρπη κόρη του Αγησιλάου και μετά εννέα χρόνια μνηστείας, όχι όμως και σεξουαλικής νηστείας αποφάσισαν να παντρευτούν επί τέλους, όχι για τίποτε άλλο, αφού ζούσαν τα παιδιά σαν αντρόγυνο εδώ και εννέα χρόνια, παρά μόνο για να ικανοποιήσουν την λόξα της μαμάς, μόνο και μόνο για να λέει, ότι παντρεύτηκαν επί τέλους τα παιδιά..

      Η Θεοφανώ ήθελε τα παιδιά να περάσουν τον μήνα του μέλιτος στην Θεσσαλονίκη, αν και ήξερε, ότι δεν υπήρχε ίχνος πλέον  μέλι, ούτε και κερήθρα.

      Το ήθελε στην Θεσσαλονίκη και μάλιστα στο ξενοδοχείο ο ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ, εκεί πέρασε και η ίδια πριν τριάντα δύο χρόνια τον μήνα του μέλιτος.

      Και ονειρεύονταν ακόμη, τους μπανιστηρτζήδες που κοίταζαν από την κλειδαρότρυπα και άκουσε το γαμώτο, την απογοήτευση των μπανιστηρτζήδων, όταν έσβησαν το φώς.

      Όλα έγιναν όπως τα ήθελε η Θεοφανώ, στην Θεσσαλονίκη και μάλιστα στο ξενοδοχείο ο ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ.

      Κλείσανε δύο δωμάτια και ήτανε τα τελευταία από πολλές απόψεις.

      Το ξενοδοχείο προορίζονταν προς κατεδάφιση την άλλη βδομάδα και κανείς δεν φρόντιζε για τα σκουπίδια και την βρώμα που έπλεε το ξενοδοχείο και το κυριότερο δεν υπήρχε υπηρετικό προσωπικό.

      Σαν να ήταν οι μόνοι ένοικοι σε όλο το ξενοδοχείο, αυτά τα δύο ζευγάρια, τα παιδιά, δηλαδή οι νεόνυμφοι και η Θεοφανώ με τον άνδρα της.

      Μετά το δείπνο σε ένα καλό εστιατόριο πήγαν στο ξενοδοχείο, που ήταν σβησμένα και τα φώτα του και βρήκαν μόνο έναν να βιάζεται να κλειδώσει όλες τις πόρτες, διότι δεν περίμενε άλλους επισκέπτες και εξαφανίστηκε.

      Η Θεοφανώ είπε στον γιό της να μη σβήσουν το φώς τους,

      Όπως και έγινε.

      Ο Αργύρης που είχε ντερλικώσει ένα κιλό κοντοσούβλι και τις πέντε μπύρες τον πήρε αμέσως ο ύπνος, αλλά η γυναίκα του, ήταν περίεργη, με μάτι γαρίδα περίμενε να ακούσει τις σούστες από το κρεβάτι, που παλιότερα την έλεγαν καριόλα για να στήσει μάτι στην κλειδαρότρυπα.

      Δεν άντεξε και πήγε μόνη της και έστησε μάτι στην κλειδαρότρυπα.

      Στην αρχή δεν μπορούσε να προσδιορίσει που ήταν το κεφάλι του παιδιού της και που τα πόδια του.

      Μετά είδε το κεφάλι της νύφης ανάμεσα στα πόδια του γιού της και το δικό του στα πόδια της νύφης και δεν μπορούσε να διανοηθεί, πώς μπορούσαν να κάνουν έρω-τα σαν τα χαρτιά της τράπουλας, που είναι και από πάνω και από κάτω κεφάλια.

     Όταν όμως πρόσεξε καλλίτερα και είδε την νύφη να κάνει αυτό που η Θεοφανώ δεν μπορούσε να διανοηθεί, δεν άντεξε και έδωσε μια και άνοιξε διάπλατα η πόρτα και σαν τρελή φώναζε στον γιό της πάμε παιδί μου να φύγουμε θα σε φάει ολόκληρο αυτή η λυσσάρα.

     Τώρα καταλαβαίνω γιατί δεν κάνατε παιδί, μουρμούρισε η Θεοφανώ.

Έτσι άμα νομίζετε, ότι θα κάνετε παιδί είστε γελασμένοι. Ούτε μαϊμού δεν θα κάνετε και έβαλε τις φωνές, Αργύρη, πάμε να φύγουμε, αυτά τα παιδιά όπως πάνε ο ένας τον άλλον θα φάει και παιδί δεν θα δούμε.

     Η στάση ήταν το εξήντα εννέα, καταλαβαίνετε μέχρι την στάση διακόσια σαράντα εφτά, τι άλλες ανώμαλες στάσεις υπάρχουν.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.