Ο Ανδρόνικος στέκεται σκεπτικός στην μπαλκονόπορτα και κοιτάζει κάτω στη λεωφόρο. Κολλάει το μέτωπό του στο τζάμι και η αίσθηση του κρύου του φέρνει στο νου παιδικές αναμνήσεις. Στο πατρικό του σπίτι χάζευε με τις ώρες τη βροχή να πέφτει, με κολλημένο το μέτωπο στο τζάμι και με τον ίδιο να φλέγεται από επιθυμίες. Πώς πέρασαν τα χρόνια! Τότε ήταν νέος και ο καιρός δεν περνούσε γι αυτόν. Αλλά κάποια στιγμή που χρειάστηκε να σκύψει για να σηκώσει ένα πακέτο βιβλία, έμεινε εκεί, αγκυλωμένος από τον πόνο και διαπίστωσε με έκπληξη πως είχε γεράσει. Ήταν σα να ξύπνησε από έναν μακρύ ύπνο και διαπίστωσε πως όλα είχαν αλλάξει γύρω του. Συνάντησε έναν παλιό του συμμαθητή στο δρόμο και τρόμαξε να τον γνωρίσει. Και η Νίκη, η όμορφη Νίκη που κάποτε χτυπούσε το φυλλοκάρδι του γι αυτήν, ήταν μια παχύσαρκη ηλικιωμένη κυρία. Αναστέναξε βαθιά. «Πάλι αναστενάζει» σκέφτεται ο Λεό. Αυτός δεν τους καταλαβαίνεις τους αναστεναγμούς. Το χασμουρητό, μάλιστα, το καταλαβαίνει. Είναι η ώρα για να πάει ο γέρος στο κρεβάτι του και να του αφήσει την πολυθρόνα όλη δική του. Να ξαπλωθεί, να τεντωθεί, να ξυθεί, να γρατζουνίσει ελεύθερα. Γιατί τι είναι ένας γάτος που δεν τον αφήνουν να γρατζουνήσει, να ξύσει τα νύχια του, να κατεβάσει κουρτίνες, να σκαρφαλώσει στις ντουλάπες; Και γιατί αναστενάζει παρακαλώ ο γέρος; Τι του λείπει;

«Κοίτα τον, τον μπαγάσα’ σκέφτεται ο Ανδρόνικος.

«Άυτή είναι ζωή. Δεν τον νοιάζει τίποτα, δεν τον ανησυχεί τίποτα, έχει το μαλάκα, δηλαδή εμένα, να τον ταΐζει. Δεν τον κυνηγάει καμία τράπεζα για απλήρωτες οφειλές, δεν τον απογοητεύει κανένας ψευδεπίγραφος πολιτικός, δεν έχει ανεκπλήρωτες φιλοδοξίες. Τον ζηλεύω τον καριόλη».

Και τότε άκουσε τον ήχο. Τις μαγικές νότες να διαπερνούν τον τοίχο και να πλημμυρίζουν το δωμάτιό του. Η Ελσα, η διπλανή του γειτόνισσα, έπαιζε πιάνο. Η Έλσα. Ευγενική και απόμακρη, μια ψιλόλιγνη παρουσία.  Η μουσική της τον μάγεψε. Πέρασε σαν αεράκι από τη θλίψη του, διέλυσε για λίγο την ανυπόφορη μοναξιά του. Θυμήθηκε το πατέρα του. Που έμεινε τόσο νέος χήρος, που μεγάλωσε μόνος του τα δυο του παιδιά, τον Ανδρόνικο και την αδελφή του, που δούλευε στα κάτεργα, αλλά τους μαγείρευε σχεδόν κάθε μέρα νόστιμα και θρεπτικά φαγητά. Κάποιες φορές του τάιζε ζαμπόν και αρακά από κονσέρβες. Πάντα όμως όλα του τα φαγητά, ήταν καρυκευμένα με υπομονή και με τρυφερότητα για τα παιδιά του. Ήταν η μαγειρική της αγάπης. Κι αυτά, ούτε μια αγκαλιά στον στοργικό και λατρεμένο πατέρα τους. Ούτε ένα φιλί, ένα ευχαριστώ. Μ’ αυτό το παράπονο έφυγε.

«Πόσο απαίσια του φερθήκαμε», σκέφτεται ο Ανδρόνικος γεμάτος τύψεις. Πάντα ήταν φειδωλός στα αισθήματά του, πάντα κλειστός και στα λόγια και στις αγκαλιές. Στρείδι. Ο Λεό στραβοκοιτάζει το γέρο. «Πάει του «στριψε’ σκέφτεται. Ο Ανδρόνικος παλεύει πυρετωδώς στην κουζίνα, ανάβει μάτια, ψιλοκόβει λαχανικά, ανακατεύει κατσαρόλες, χτυπάει το μίξερ, φουρνίζει…

Ο Ανδρόνικος ντύνεσαι και στολίζεται. Χτενίζει προσεκτικά τα λιγοστά του μαλλιά. Κοντοστέκεται για μια στιγμή στην πόρτα της Έλσας. Χτυπάει και στέκεται εκεί αποφασιστικός πια, με την πιατέλα προτεταμένη. Η Έλσα ανοίγει διστακτικά την πόρτα. «Βάζω το παστίτσιο, βάζεις την όρεξη;», της λέει, κι εκείνη, μετά το πρώτο ξάφνιασμα γελάει, μ’ ένα γέλιο νεανικό και γάργαρο. ΜΙα ξαφνιασμένη παιδούλα έγινε η Έλσα, μια παιδούλα που της έφεραν ένα απρόσμενο δώρο…

Τη μαγειρική της αγάπης…

 Θεοπίστη

 Υ.Σ.: Το κείμενο το διάβασα σε κάποιο περιοδικό. Λέγεται το περιοδικό «ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ». Στηρίζει τους άνεργους και ανθρώπους που έχουν ανάγκη από επικοινωνία και όχι μόνο. Εγώ το λέω… το περιοδικό της αγάπης… Ας είναι καλά όλοι εκείνοι που το δημιούργησαν και να συνεχίσουν το όμορφο αυτό έργο τους…

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.