Η Μαμαλίγκα

0
32

Του Βασίλη Τζιτζή, Σκάλα Καλλιράχης Θάσος

Μόνο το όνομα της μου φέρνει στο μυαλό τις πιο ανατριχιαστικές, εφιαλτικές στιγμές πείνας  που τράβηξα στη ζωή μου.

Ήταν τότε την Άνοιξη του 1941,που οι βούλγαροι είχαν κατοχή την Ανατολική Μακεδονία και είχαν γδύσει όλα τα ελληνικά σπίτια από κάθε τι το αξιόλογο.

Τα μάζεψαν όλα, κότες γελάδια, μοσχάρια ακόμη και τα γαϊδούρια, που λέει ο λόγος.

Μέχρι τα μέσα του Μάρτη είχαν πεθάνει στο χωριό μας, στα Κοκκινόγεια  της Δράμας τρία παιδιά από ασιτία.

Ήταν η μόνη φορά στη ζωή μου, που αποφάσισα να φάω το σαμάρι του γαϊδάρου μας.

Βγήκα στον κάμπο να μαζέψω κάνα χόρτο, καμιά ρίζα από αγριάδα, αλλά το χώ-μα ήταν παγωμένο και μάτωσαν τα χέρια μου από τον πάγο που δεν έσπαζε να μαζέψω δυο ριζούλες αγριάδα και να τις φάω.

      Καμία ελληνική οικογένεια δεν είχε κάτι στην άκρη και ο πόλεμος μας βρήκε όσους απροετοίμαστους, αλλά το χειρότερο, οι βούλγαροι τα μάζεψαν όλα, από αλάτι, αλεύρι, πετρέλαιο, σπίρτα, κρασιά, παξιμάδια και τα περισσότερα ρούχα, μέχρι στρώματα και σεντόνια.

      Το αδερφό μου τον Παναγιώτη, τον είχαν επιτάξει στο καφενείο της Κοινότητας και κάπου, κάπου μας έφερνε κάνα ξεροκόμματο, από αυτά που πέταγαν στα σκουπίδια οι βούλγαροι.

     Έτυχε ο μυλωνάς να ζητήσει κρυφά από τον αδερφό μου λίγο καφέ να τον έχει στο μύλο, με αντάλλαγμα μια σακούλα καλαμποκίσιο αλεύρι.

     Από κείνο το αλεύρι έκανε η γιαγιά μου μαμαλίγκα, που την λέγαμε λοπλόπ ή κατσαμάκη.

     Και η θεία Ανθή έφερε και αυτή τα εγγόνια της σε μάς, επειδή δεν είχε τίποτα και αυτή να τα δώσει, με την ελπίδα σε μας κάτι θα βρισκόταν, έστω και ζουμί στα κιούπια που βάζαμε τουρσιά, αλλά μας τα πήραν οι βούλγαροι και μας άφησαν τα ζουμιά.

     Κάπου, κάπου ο πατέρας μου εύρισκε ξεραμένες τομάτες, πιπεριές και μελιτζάνες στον μπαχτσέ μας και με εκείνα η γιαγιά μου έκανε σούπα και κάπως βολευόμασταν.

   Όσο για αλάτι κάπως βολευόμασταν με τον αδερφό μου, που το έκλεβε από το καφενείο της κοινότητας, όπου δούλευε αγγαρεία.

     Η γιαγιά μου μας είπε, ότι θα μας κάνει μαμαλίγκα και ήμασταν όλο χαρά, που επιτέλους θα βάζαμε κάτι στην κοιλιά μας, που  γουργούριζε συνέχεια.

    Εκείνη τη μέρα έφερε η θεία Ανθή τα εγγονάκια της σε μας που έκλαιγαν από την πείνα και πίστευε η καημένη, ότι εμείς όλο και θα  είχαμε κάτι για τα παιδιά.

    Η καημένη ανακουφίστηκε, όταν έμαθε, ότι η αδερφή της, δηλαδή η γιαγιά μου θα έκανε μαμαλίγκα για τα παιδιά.

    Θυμάμαι ήταν ο Μπαλάσης, ο Σταύρος ο δεύτερος και ο Σάββας ο μικρότερος, μόλις χρονιάρικο ή λίγο παραπάνω, ίσα, ίσα που στεκόταν στα πόδια του και έκανε και κάνα δυο βήματα.

     Η γιαγιά μου μας έστρωσε τον σοφρά  μας έβαλε να καθίσουμε στα μιντέρια μας και σαν τα πουλάκια με ανοιχτό το στόμα περιμέναμε να γίνει η μαμαλίγκα για να χορτάσουμε την πείνα μας.

     Όλοι ήμασταν σε μεγάλη αγωνία για την μαμαλίγκα και ο καθένας ξεροκατάπινε καθώς ακούγαμε την κουτάλα να ανακατώνει την μαμαλίγκα.

Επί τέλους έγινε η μαμαλίγκα και η γιαγιά την έχυσε μέσα σε ένα ταψί, που δεν μας το πήραν οι βούλγαροι για να κρυώσει και μετά να μας το σερβίρει.

Η αγωνία μας ήταν στο κατακόρυφο και η κοιλιά μας γουργούριζε σαν περιστέρι που κουρνιάζει και γύρω μας από τον σοφρά τατούλιζε ο Σάββας και συνέχεια έπεφτε και σηκωνόταν.

Όπως περπάταγε ο Σάββας έχασε για μια στιγμή την ισορροπία του και έπεσε μέσα στο ταψί με τη καυτή  μαμαλίγκα και έβαλε τις φωνές.

    Τρέξαμε όλοι να τον σηκώσουμε από την μαμαλίγκα, που αυτός τσίριζε από το κάψιμο και εμείς δεν ξέραμε τι να κάνουμε, αλλά ωστόσο πασαλείφτηκε για τα καλά ο Σάββας, σπαρταρώντας μέσα στο ταψί.

     Ο πρώτος που σηκώθηκα και πήγα να τον βγάλω από το ταψί ήμουν εγώ, αλλά δεν ήξερα τι να κάνω να τον βγάλω από το ταψί και να χυθεί η μαμαλίγκα, ή να τον άφηνα στο ταψί και ας φώναζε, αλλά τουλάχιστον θα είχαμε την μαμαλίγκα, που από την πείνα μου έγλυψα τα δάχτυλά μου και ήταν μούρλια.

    Ο Μπαλάσης και ο Σταύρος σηκώθηκαν και αυτοί, αλλά αντί να βοηθήσουν τον αδερφό τους ρίχτηκαν στην μαμαλίγκα και με τις φούχτες άρχισαν να τρώνε και με τη φόρα που είχανε πάρει νόμιζα, ότι δεν θα έμενε για μένα  τίποτα και παράτησα τον Σάββα, που κάθισε μέσα στο ταψί και άρχισε και αυτός  να τρώγει με  τη φούχτα, εγώ βλέποντας τους άλλους να έχουν πέσει σαν κοράκια πάνω στη μαμαλίγκα, που δεν είχε κρυώσει ακόμη, άρχισα και εγώ να τρώω με τις φούχτες μου.

    Ώσπου να ανέβει από κάτω η γιαγιά μου το μισό ταψί  είχε τελειώσει και στο τέλος ο Σταυρός έσκυψε και έγλυφε τα πόδια του Σάββα, ο Μπαλάσης έγλυφε το ταψί, μετά τα χέρια του Σάββα και στο τέλος και τα κωλομέρια του παιδιού που είχαν γεμίσει μαμαλίγκα, ευτυχώς που δεν φόραγε βρακί ο μικρός.

     Η μαμαλίγκα έμεινε στην ιστορία  σαν το καλλίτερο γεύμα στη ζωή μου και για πολλά χρόνια την λέγαμε και γελάγαμε.

     Αλήθεια, τι τραγική εποχή   η βουλγάρική κατοχή, πόσοι άνθρωποι χάθηκαν, για το τίποτα και στην ουσία τίποτα δεν άλλαξε μετά τον πόλεμο, τα ίδια πράγματα, τα ίδια προβλήματα, οι ίδιες αγωνίες επιβίωσης των ανθρώπων.

     Ευτυχώς που ήρθε η Ευρωπαϊκή Ένωση και για εξήντα τουλάχιστον χρόνια  δεν έχουμε πόλεμο στην Ευρώπη.

     Άλλωστε όλοι οι πόλεμοι από την Ευρώπη ξεκινάνε, για γελοίους λόγους, με σο-βαρά αποτελέσματα με θύματα εκατομμυρίων ψυχών στον βωμό μιας ηλίθιας ιδέας…

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.