Του Βασίλη Τζιτζή, Σκάλα Καλλιράχης Θάσος

Η μόδα και η βλακεία είναι τα δύο αντίβαρα στην κοινωνική ζυγαριά. Ο δημιουργός της μόδας, δεν είναι κατ’ ανάγκη και επαγγελματίας μοδοποιός, αλλά κάποιος με μια πονηρή ιδέα να εκμεταλλευτεί την βλακεία των άλλων, φυσικά επί χρήμασι.

     Το θύμα που αυτοκοροιδεύεται, επαινεί τον εαυτό του, λέγοντας στους άλλους, το βλέπετε αυτό; Μάλιστα το βλέπουμε, τί είναι; Ένα ρολόι. Ναι αλλά ένα ρολόι Βαλτινόλι. Δεν σας λέέι τίποτα αυτό;

–     Όχι.

–     Καλέ που ζείτε;

–     Μάλλον δεν ζούμε, φυτοζωούμε.

      Ετσι ξεκινάει η μόδα.

      Σχετικά με τη μόδα, θέλω να αναφέρω ενα παλιό κρητικό ανέκδοτο, που η κοπελιά λέει στον πατέρα τσι, επαε άμα πάεις στην χώρα, να πάρεις ένα ζευγάρι στιβάνια, μα να είναι τσι μόδας. Ο γέρος το έδεσε κόμπο, να είναι τσι μόδας. Και όταν θέλησαν να πάνε στους συμπεθέρους για βεγγέρα, πήγε στην χώρα για να αγοράσει ενα ζευγάρι στιβάνια τσι μόδας. Μπαίνει στο στιβανάδικο και ρωτάει, έχετε μπρέ στιβάνια τσι μόδας;

 Ναι μάστορα του λέει, ο μικρός του μαγαζιού. Δώσε μου μπρέ ενα ζευγάρι νούμερο σαράντα δύο. Το νούμερο το θυμόταν από το στρατό. Όλο σαράντα δύο φόραγε. Κατέβασε ο μικρός το ζευγάρι τα στιβάνια που ήταν δεμένα μεταξύ τους με ένα σκοινί, για να μή ψάχνουν το ταίρι του, τα δοκίμασε ο κρητικός, του άρεσαν, πλήρωσε και βγήκε απο το μαγαζί.

      Μόλις έκανε δυο τρία βήματα, κάποιος άκουσε δίπλα του κάποιον να βλαστημάει, διάλε τσ’ αποθαμένους, ίντα πράμα είναι τούτο πάλε, η μόδα να μη σ’ αφήνει να κάμεις κανονικό βήμα;.

      Και όλα αυτά επειδή τα στιβάνια έπρεπε να ήταν τσι μόδας.

      Άκουσα πολλά ευτράπελα από τον πατέρα μου, για τη ζωή που είχαν στην Πατρίδα τους, στο Σούσουρλουκ της Προύσας.

      Ένα που μου έμεινε ζωηρά στη μνήμη, ήταν και το προξενιό του θείου Νίκου με τη θεία Ευγενία. Και αυτό επειδή η θεία Ευγενία ήταν κουτσή και ο θείος Νίκος λεβένταρος μέχρι εκεί απάνω, που λένε.

      Την προξενιά την έκανε η θεία του πατέρα μου, η Κερεκίτσαμια (θεία Κυριακή) η οποία ήταν και η μόνη προξενήτρα και ο γενικός επόπτης, μη τυχόν και κανένα χριστιανόπουλο, πέσει σε σεβτά με καμιά μουσουλμάνα, οπότε ειδοποιούνταν το ταράφι της μουσουλμάνας, διά της μουσουλμάνας προξενήτρας, να μη συνεχιστεί το ειδύλλιο, διότι, άμ γιόκ (μουνί δεν έχει). Τότε έτσι ήταν η μόδα.

      Η θεία Ευγενία, ήταν τρείς αδερφές και η μεγαλύτερη απο όλες.

      Όλες ήταν σε ηλικία γάμου, αλλά έπρεπε σύμφωνα με την μόδα της εποχής, πρώτα να παντρευτεί η μεγαλύτερη, μετά η δεύτερη και μετά η τρίτη.

      Αλλά γαμπρός δεν βρισκόταν για την Ευγενία και τα άλλα κορίτσια του Χατζήγιουβάν  (Χατζηιωάννου), που είχαν έτοιμους τους γαμπρούς, περίμεναν στον σταθμό για έναν επιβάτη.

     Η θεία Κερεκίτσα όμως, εκανε της μόδας οι άνδρες να προτιμούν τις κουτσές.

     Πήρε λοιπόν κατά μέρος τον θείο Νίκο και του εξήγησε. ότι τελευταία οι γάλλοι προτιμούν τις κουτσές, διότι λέει η κουτσή σύζυγος ποτέ δεν απατάει τον άνδρα της, δεύτερον, δεν κινδυνεύεις να σε εγκαταλείψει, διότι δεν μπορεί να τρέξει, τρίτον δεν κινδυνεύεις από κανέναν να βάλει χέρι στη γυναίκα σου, επειδή θα το θεωρήσει ντροπή να πειράξει μια κουτσή και πολλά άλλα υπέρ της κουτσής συζύγου και ο θείος Νίκος δέχτηκε να παντρευτεί την θεία Ευγενία.

      Στον ανταρτοπόλεμο, εμείς φιλοξενήσαμε το ζεύγος Νίκου και Ευγενείας και μια μέρα απο παιδική περιέργεια ρώτησα τον θείο Νίκο, η θεία Ευγενία από μικρή ήταν κουτσή ή κουτσάθηκε μετά απο κανένα ατύχημα;

      Όχι μου απάντησε ξερά ο θείος ο Νίκος, εγώ την γνώρισα κουτσή την παντρεύτηκα κουτσή και μέχρι σήμερα είναι κουτσή.

      Ξέρω μου είπε θέλεις να μάθεις, γιατί την παντρεύτηκα τη θεία Ευγενία. Έτσι;

–     Ναι του είπα.

–     Τότε η μόδα ήταν να παντρεύεσαι κουτσή, μου αποκρίθηκε.

      Αυτό είναι μόνο μια σελίδα της μόδας, ή ίδια η μόδα αποτελείται από ολόκληρους τόμους βλακείας.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.