Σ’ αυτή την έκδοση λοιπόν, αποφάσισα και μάλιστα χωρίς τη βοήθεια του κοινού, να το «παίξω» και λίγο δημοσιογράφος. Επειδή συνεργάζομαι με τη συγκεκριμένη εφημερίδα εδώ και πολλά θα έλεγα χρόνια, μου λένε κατά καιρούς «γράψε αυτό, εκείνο και το άλλο. Η εφημερίδα και γενικά ο γραπτός λόγος έχει δύναμη και ειδικά ο τρόπος που γράφεις, ό,τι γράφεις, ό,τι λες, έχει εκτόπισμα και έχουμε ακούσει να σχολιάζεται από αρκετό κόσμο η γραφή σου κ.τ.λ., κ.τ.λ.». (Μπορεί να με περάσετε για καμία ψωνάρα, αλλά πρώτον: δεν είμαι!!! και δεύτερον: ούτε που με νοιάζει).

Συνεχίζω λοιπόν. Πριν από λίγες μέρες με πήρε τηλέφωνο μία καλή μου φίλη και πολύ λογική θα έλεγα και μου είπε: «Μπορεί κάποιος στην εφημερίδα που είσαι ή εσύ, να γράψεις για το δείνα και το τάδε;».

Κι εγώ επειδή είμαι καλό κορίτσι, είπα να της κάνω τη χάρη. Θα απευθυνθώ γενικά και στο πρώτο πρόσωπο, γιατί αφορά σχεδόν σε όλο τον κόσμο, εκτός βεβαίως απ’ αυτούς που έχουν παλουκωθεί σε μία χι καρέκλα, πίσω από ένα ψι γραφείο και που μπορεί τώρα που θα διαβάζουν αυτά τα λόγια να λένε: «Άσε μας κουκλίτσα μου». Και να ειρωνεύονται ή να γυρίζουν σελίδα ή να πετούν την εφημερίδα. (Αν το κάνετε, τουλάχιστον ρίξτε την στην ανακύκλωση παρακαλώ).

Ας πούμε ότι δουλεύω στα οκτάμηνα ή οπουδήποτε αλλού. Όταν ξεκίνησα εκεί, μου είπαν πως καθημερινώς θα δικαιούμαι να παίρνω μία ποσότητα γάλακτος. Αμ δε! Πριτςςςς… Δεν την παίρνω, γιατί λένε οι ειδικοί που κάθονται στις καρέκλες, πως οι αγελάδες και οι κατσίκες δε βγάζουν πια γάλα και πως πρέπει να γίνει διαγωνισμός και κάτι τέτοια διάφορα και αδιάφορα!!! Και ερωτώ: «Μήπως πρέπει να γίνουν και καλλιστεία για την ομορφότερη αγελαδοκατσίκα;». Ας πούμε πως είμαι ένας οδηγός στα οχήματα των διαφόρων υπηρεσιών. Και πως χαλάει κάτι στο όχημα. Κι επειδή είμαι ευσυνείδητος πολίτης, βάζω από την τσέπη μου και πέντε και δέκα ευρώ, για να αγοράσω ΕΓΩ ο ίδιος το ανταλλακτικό, για να επισκευαστεί η ζημιά και να τελειώνουν οι δουλειές. Γιατί αλλιώς περνάμε σε άλλη διάσταση. Εκείνη του λυκόφωτος!!! Που πρέπει να γίνει πάλι κάποιος χι διαγωνισμός για το παλιοανταλλακτικό, αφού γίνει πρώτη η σύσκεψη της Βουλής των Ελλήνων, αφού πάρουν την έγκριση, αφού… αφού… ουφ, ήδη κουράστηκα. Αλλά παρ’ όλα αυτά, ας συνεχίσω. Ήμουν σχεδόν άνεργη ρε φίλε τέσσερα χρόνια. Και ίσα που μπορούσα να βγάζω τα προς το ζην, από ‘δω και από ‘κει. Και τώρα στα ρημαδοοκτάμηνα, πρέπει να κάνω μία εργασία που είναι βαριά, ίσως και επικίνδυνη κάποιες φορές, να φοράω μία στολή ή παπούτσια, τα οποία θα με προστατεύουν από τους κινδύνους στους οποίους υποβάλλομαι στο οκτάωρό μου. ΔΕΝ έχω χρήματα για ν’ αγοράσω όλο αυτόν τον εξοπλισμό του αστροναύτη και ίσως κάποια μέρα με το παπούτσι που πηγαίνω στη δουλειά και το οποίο γλιστράει, παίρνει νερά κ.τ.λ., να πέσω, να φάω τα μούτρα μου, να σπάσω καμιά λεκάνη, κανένα κεφάλι και ό,τι άλλο υπάρχει επάνω στο μεσόκοπο κορμί μου. Γιατί ο γέρος ή από πέσιμο ή από χέσιμο θα πάει. Γριά δε με λες φυσικά, αλλά μεσήλικα, ναι, θα με αποκαλούσες. Και ξαναερωτώ. Πού σκατά τα δίνετε τα χρήματα που προορίζονται για όλα τα παραπάνω; Πώς θα κάνω τη δουλειά μου κυρία τάδε και κύριε δείνα; Με τη φόρμα και τη σαγιονάρα; Και μετά άμα γίνεται κανένα δυστύχημα ή ατύχημα στην καλύτερη περίπτωση, κανείς δε φταίει και όλοι βγάζουν την ουρά τους απ’ έξω. «Η κακιά η ώρα» λένε όλοι και σταυροκοπιούνται (οι ειδικοί, ξέρετε χαχαχα). Τι να πρωτοθυμηθώ από ένα σωρό άλλα προβλήματα και αναπάντητα ερωτηματικά που έχω; Τι να πρωτογράψω; Σε ποιον στ’ αλήθεια ν’ απευθυνθώ; Ας έρθει κάποιος ειδικός κατασκευαστής (όχι οι 100 της διαφήμισης του SKIP), αλλά οι άλλοι, για να με κατευθύνει και να μου δώσει έντιμες (το τονίζω) και ορθές απαντήσεις. Γιατί εμένα μπορεί και να μη με κόβει πολύ, να είμαι ένα πρόβατο που έχω σκυμμένο το κεφάλι και ν’ αναμασάω όλες αυτές τις ηλιθιότητες που μου πασάρετε.

Ας έρθει κάποιος μπροστά, που να έχει τα κότσια και να μας κοιτάξει στα μάτια όλα εμάς τα πρόβατα και να μας πει: «Το και το… και το…». Παρακαλώ; Μα ούτε ένας;;; Πλησιάζουν εκλογές. Σας πιάνει όλους μία σάρα, να βγείτε, να φανείτε. Και όταν πιάνετε τον πάγκο σας, τσιμουδιά. Παθαίνετε ξαφνικά μία άνοια, η οποία βεβαίως είναι επιλεκτική σε γεγονότα και ανθρώπους. Ποτέ δε σκεφτήκατε πως ΕΣΕΙΣ, μπορούσατε να είσαστε εκεί έξω, στον αληθινό πόλεμο, στην πραγματική σκληρή καθημερινότητα. Ποτέ δε σκεφτήκατε, ότι καμιά καρέκλα δεν μπορεί να χαράξει κανενός το όνομα για ΠΑΝΤΑ. Το δυστύχημα είναι, πως ανάμεσά σας υπάρχουν άνθρωποι που θέλουν να βοηθήσουν, αλλά δυστυχώς χάνονται στα μαύρα σκοτάδια. Γιατί πάντα, θα υπάρχει κάποια χι ιεραρχία γι’ αυτούς και που αν αυτή η ιεραρχία ήξερε να διοικεί, να παίρνει αποφάσεις ΑΜΕΣΑ, ΔΙΚΑΙΑ, ΣΟΦΑ, χωρίς φιοριτούρες και αποσκοπώντας στην τσέπη, ο κόσμος θα ήταν κατά πολύ φωτεινότερος και κατά πολύ λιγότερο «βρομισμένος». Υπάρχουν άνθρωποι εκεί έξω, που προσπαθούν ν’ ανέβουν ένα σκαλί για να βοηθήσουν, αλλά τα πόδια σας τον πατούν τόσο καλά στο κεφάλι, στους ώμους, που όσες προσπάθειες και να κάνουν, θα μένουν πάντα πίσω για να κοιτούν με ραγισμένη την καρδιά τους.

Δεν είμαι πολιτικοποιημένη, δεν κατηγορώ συγκεκριμένα τον κύριο Χρήστο, την κυρία Μελπομένη κ.τ.λ., κ.τ.λ. Κατηγορώ και κάνω τα παράπονά μου (και μαζί μ’ εμένα ακούγονται και οι φωνές εκατοντάδων πολιτών και ανθρώπων) σε όλους. Κατηγορώ όλους όσους βολεύουν αυτούς που γουστάρουν για τα δικά τους συμφέροντα, για να προβάλλουν το δικό τους εγωιστικό πρόσωπο. Όλους αυτούς που σε αντιμετωπίζουν σαν ένα μηδενικό, έναν άξεστο άνθρωπο, ένα ζώον!!! Τα ζώα τ’ αγαπώ και από προσωπική πείρα πια, αλλά και στην ηλικία που είμαι και από τις εμπειρίες της καθόλου εύκολης ζωής μου, μπορώ να συγκρίνω συμπεριφορές μεταξύ ομιλούντων και μεταξύ των μη ομιλούντων ζώων.

Δύο φορές και λυπάμαι γι’ αυτό που έκανα, λυπάμαι για τον εαυτό μου, έπεσα στη λούμπα του να πάω να παρακαλέσω δύο «ειδικούς» για δουλειά. Την πρώτη, σιχάθηκα και μόνο που κοίταξα εκείνο το πρόσωπο. Τη δεύτερη και για κάτι που μεσολάβησε, έστειλα ένα πολύ ευγενικό μήνυμα, το οποίο ανάμεσα είχε και τη φράση: «Όταν φοράτε παντελόνια, πρέπει και να τα τιμάτε»… Από τότε ορκίστηκα, πως προτιμώ να βγαίνω να ζητιανεύω, παρά να είμαι κάτω από το ελεεινό, τρύπιο, σάπιο, παπούτσι τους.

Ο Δρακουμέλ στη γνωστή παιδική σειρά λέει: «Ω! Πόσο σας μισώ μικρά, ανόητα, μπλε στρουμφάκια». Εγώ εν αντιθέσει θα γράψω: «Ω! Πόσο σας λυπάμαι, μικρά, ανόητα στρουμφάκια».

Με τιμή…

η Ψιψινέλ…

ουπς! Λάθος…

η Θεοπίστη ήθελα να πω

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.