Σιωπή…

Είναι φορές που δε θέλω να μιλάω… Μοναχά ν’ ακούω.

Σιωπή…

Είναι φορές που δε θέλω ν’ ακούω τίποτα και κανέναν. Θέλω μόνο τη σιωπή. Έχω ανάγκη την απόλυτη σιωπή. Την εκκωφαντική ησυχία. Ν’ ακούγεται μόνο η αναπνοή μου. Ήρεμη και σταθερή. Και ίσως κάποιες στιγμές, οι χτύποι της καρδιάς μου. Έτσι!!! Για να καταλαβαίνω πως ακόμη υπάρχω. Πως ζω…

Είναι φορές που θέλω να ουρλιάξω. Ν’ ακουστεί η φωνή μου. Να μιλήσω… Να πω…

Μ’ ακούτεεεε…; Πιστέψτε με σας παρακαλώ. Όταν σας λέω πως έχω πραγματική ανάγκη, αυτά για τα οποία σας παρακαλώ, απλά πιστέψτε με.

Και σχεδόν κανείς δε μ’ ακούει. Δεν τους πείθω.

«Μα εσύ πάντα χαμογελάς».

«Μα για εμένα, σε πολλές στιγμές της ζωής μου αυτό το χαμόγελο είναι μια μάσκα».

Σιωπή…

Και δε μ’ ακούν. Και τότε γράφω. Όλα εκείνα που δε λέω. Εκείνα που στοιβάζονται μέσα μου και με μπουκώνουν. Και γράφω… Και γράφω… Και μιλάω μόνη μου πάνω σ’ ένα κομμάτι χαρτί. Και το χαρτί γεμίζει και κάθεται εκεί πέρα σε μια γωνιά ήσυχο, έτσι όπως θέλω να είναι.

Εκείνες τις στιγμές, υπάρχει η σιωπή. Σ’ εκείνο το χώρο, στο δωμάτιο, πάνω στο μεγάλο τραπέζι όπου γράφω, όπου ακουμπώ τους αγκώνες μου, τα γυαλιά μου, το στυλό. Όταν είναι βράδυ, κάτω από το ζεστό φως του πορτατίφ υπάρχει σιωπή. Αυτήν που αποζητάω. Κι εγώ λέω αυτά που θέλω να πω. Καμιά φορά δακρύζω, άλλες πάλι κλαίω και «αδειάζω» την ψυχή μου πάνω στα χαρτιά. Γιατί οι άνθρωποι δε με πιστεύουν. «Μα εσύ χαμογελάς!!!». Είναι φορές που μιλάω, αλλά δε μ’ ακούν…

Και τότε υπόσχομαι στον εαυτό μου, πως δε θα ξαναμιλήσω. Πως μόνο θα γράφω… Και θα σιωπώ…

Και μόνο θ’ ακούω. Αυτά που θέλω εγώ ν’ ακούω. Τα υπόλοιπα θα τα φιλτράρω στο κεφάλι μου.

Σ’ εκείνο το στρογγυλό αντικείμενο που στηρίζεται πάνω στο λαιμό μου και κατ’ επέκταση στους ώμους μου. Στο κεφάλι μου, που κάπου μέσα του υπάρχει ένας εγκέφαλος. Ο οποίος σκέφτεται πολύ. Και ασταμάτητα. Και ΠΡΕΠΕΙ να σταματήσει να σκέφτεσαι και να τα υπεραναλύει όλα.

Δε θέλω ν’ ακούω. Δε θέλω να μιλάω. Θέλω την ησυχία. Του μυαλού μου, του σπιτιού, των ανθρώπων. Την ησυχία του κόσμου όλου. Της ψυχής μου.

Έχω ανάγκη να περπατάω στο πέτρινο μονοπάτι της ζωής μου και ν’ ακούω μοναχά τον ήχο από τα τακούνια μου…

Τακ… τακ… τακ…

Ν’ ακούω μοναχά τις στάλες της βροχής, όταν κάθομαι στο μεγάλο τραπέζι, όπου ακουμπώ τους αγκώνες μου για να γράψω. Όπου το ζεστό φως, ακουμπάει απαλά σα χάδι, το χαρτί. Όπου εγώ, ακουμπώ αυτά που θέλω, έχω ανάγκη να πω, αλλά δε λέω…

Σιωπή…

 

Θεοπίστη

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.