Του Βασίλη Τζιτζή, Σκάλα Καλλιράχης Θάσος

Επειδή ντρέπομαι για την ιστορία, θα την γράψω σε τρίτο πρόσωπο, ότι τάχα την διηγούμαι και όχι ότι την έπαθα εγώ και ο πατέρας μου. Βέβαια από τότε πέρασαν εξήντα οχτώ χρόνια και κάθε φορά που την θυμάμαι γελάω και γέλαγε και ο πατέρας μου, ο μακαρίτης, όταν την αναφέρναμαι, αλλά κρατήσαμε τον λόγο μας να μη πούμε τίποτα στη μαμά. Ο Βασίλης πήγαινε στην εμπορική σχολή της Δράμας και πήγαινε στην τελευταία τάξη εκείνη τη χρονιά του 1956,όταν ήρθε ο πατέρας του στο σχολείο να ρωτήσει για την πρόοδο του και να του δώσει και μερικά λεφτά, από την μεσιτεία που είχε εισπράξει από την εταιρεία Παπαστράτος στην Καβάλα. Ο διευθυντής της σχολής του είπε, είναι καλός μαθητής, αλλά τεμπέλης και κάνει και πολλές απουσίες. Του είπε ο πατέρας του, ότι πήρε είκοσι δύο χιλιάδες δραχμές, πολλά λεφτά για εκείνη την εποχή και έδωσε ένα ολόκληρο χιλιάρικο στον Βασίλη για χαρτζιλίκι. Του είπε θα πήγαινε στον αδερφό του τον θείο Φώτη να ξεκουραστεί λιγάκι και με το βραδινό λεωφορείο θα πήγαινε στο χωριό.

Όταν μπαίνει ο παράς στην τσέπη, μπαίνει και ο διάβολος μαζί, λέει μια παροιμία και άμα δεν την λέει, την λέω εγώ.

Και τα δύο πνεύματα δούλεψαν για το πονηρό.

Ο μπαμπάς σκέφτηκε να  πάει για λίγο στον αδερφό του και μετά για μια μικρή αμαρτία, μετά συγχωρήσεως, μέχρι να γυρίσει ο Βασίλης από το σχολείο, που έμενε στου θείου Φώτη.

Και φυσικά δεν ήθελε να συναντήσει άλλο τον Βασίλη, αλλά ούτε και ο Βασίλης τον πατέρα του, για πονηρούς λόγους και οι δύο.

Και ο Βασίλης δεν έβλεπε την ώρα να πάει και αυτός πρώτη φορά στη ζωή του για μια μικρή αμαρτία, που την θεωρούσε πολύ μεγάλη, άμα τον έβλεπε κανείς εκεί;.

Και έτσι με διαφορά ενός λεπτού βρέθηκαν και οι δύο στην οδό Αφροδίτης αριθμός είκοσι τέσσερα.

Τον Βασίλη τον πήρε η Χαρούλα, ποια πήρε τον μπαμπά δεν ξέρω.

Όταν τελείωσε ο μπαμπάς, κάθισε δίπλα στην μαντάμα και αμέριμνος κάπνιζε το τσιγάρο Άσος Παπαστράτος, δώρο από την εταιρεία, που την αντιπροσώπευε στο χωριό του σαν μεσίτης.

Σε λίγο βγήκε και η Χαρούλα από το δωμάτιό της και εξηγούσε στην μαντάμα, ότι της έτυχε ένας πολύ ντροπαλός παρθένος και σε λίγο εμφανίστηκε στην πόρτα ο Βασίλης και με σκυμμένο το κεφάλι έκανε να φύγει, όταν τον σταμάτησε η μαντάμα για να τον ρωτήσει αν ευχαριστήθηκε.

Τότε πρόσεξε ο Βασίλης ότι μπροστά του στην καρέκλα καθόταν ο πατέρας του, που τον γνώρισε και συμμαζεύτηκε ένα κουβάρι να μην τον δει ο γιός του.

Από το τρεμούλιασμα του Βασίλη η μαντάμα κάτι υποψιάστηκε και τον ρώτησε σου συμβαίνει τίποτα;

–    Ναι απάντησε ο Βασίλης, ντρέπομαι και ντρέπομαι πολύ για αυτό που έκανα

–    Μη στενοχωριέσαι καθόλου, παλικάρι είσαι το δικαιούσαι να το δοκιμάσεις μια φορά στη ζωή σου και δεν έκανες καμιά αμαρτία και έσπρωξε μια καρέκλα να καθίσει, που ήταν έτοιμος να σωριαστεί.

Κάθισε σχεδόν αντίκρυ στον πατέρα του και τότε πρόσεξε ο άνθρωπος που ήταν σκυφτός όλη τη ώρα ήταν ο πατέρας του, που σήκωσε αργά, αργά το κεφάλι και έριξε μια ένοχη ματιά στον γιό του, σαν να του ζητούσε συγχώρεση.

Το ίδιο ένοχος αισθανόταν και ο Βασίλης και από το στεγνό στόμα του δεν έβγαινε λέξη να δικαιολογηθεί στον πατέρα του για την αμαρτία του.

–   Καλέ τί πάθατε εσείς, βουβαμάρα σας έπιασε και δεν βγάζετε τσιμουδιά;

Επανέλαβε την απορία της, αλλά εκείνοι έμειναν μουγκοί.

Δεν άντεξε η μαντάμα και για να κάνει μια αρχή, είπε στον άνδρα, δώσε ένα τσιγάρο στο παλικάρι να του περάσει ο σεβντάς.

–  Όχι είπε το παλικάρι, ευχαριστώ, δεν καπνίζω μπροστά στον μπαμπά μου.

–  Και που είναι ο μπαμπάς σου τώρα;, τον ρώτησε η μαντάμα,

–  Και έδειξε τον άνθρωπο που καθόταν αντίκρυ του.

Μόνο που δεν έπεσε από την πολυθρόνα της η μαντάμα και με μεγάλη απορία ρώτησε, ο κύριος είναι ο μπαμπάς σου; απευθυνόμενη στον Βασίλη.

–   Ναι είπε εκείνος.

–   Καλά συνεννοημένοι ήσασταν;

–   Σας έτυχε τίποτα σπουδαίο γεγονός και ήρθατε να το γλεντήσετε;

Ούτε το ένα ούτε το άλλο, αλλά μάλλον και τα δύο, δεν ξέρω, αλλά εγώ πρώτη φορά πήρα στο χέρι μου χιλιάρικο και ήθελα να δοκιμάσω σαν τους φίλους μου που έρχονταν συχνά εδώ και έλεγαν τις εμπειρίες τους και καυχιόταν, ενώ  εγώ τους ά-κουγα σαν βλάκας, είπε ο Βασίλης.

–    Ναι έτσι είναι, είπε ο άντρας που καθόταν μέχρι εκείνη τη στιγμή σκυφτός και κάπνιζε το ένα τσιγάρο πάνω στο άλλο.

Και εγώ πρώτη φορά είδα στην τσέπη μου τόσα πολλά λεφτά και είπα να αμαρτήσω, ας με συγχωρέσει ο Θεός και σήκωσε ένοχα το κεφάλι του να κοιτάξει την εικόνα του εσταυρωμένου πάνω από την πολυθρόνα της μαντάμας.

–   Χαρούλα! Φέρε το μπουκάλι το κονιάκ να το γλεντήσουμε, πρώτη φορά μου έτυχε τέτοια ιστορία, φώναξε η μαντάμα.

Και οι δύο άντρες μονορούφι κατέβασαν το κονιάκ και όταν άδειασε το μπουκάλι χαμογέλασαν οι δύο άντρες και αγκαλιασμένοι βγήκαν στο δρόμο σχεδόν μεθυσμένοι.

Και αφού συγχώρεσε ο ένας τον άλλον, συμφώνησαν να μη πούνε τίποτα στη μαμά.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.