Μη γαπάς Μιχαλάκη;

0
12

Του Βασίλη Τζιτζή, Σκάλα Καλλιράχης Θάσος

Πέντε χρόνια μείναμε στη Άνω Ηλιούπολη και συγκεκριμένα στην Βίτση 5, μετά φύγαμε για την Αμερική. Μέναμε στο ισόγειο σε μια καινούρια πολυκατοικία και δίπλα σε μια παράγκα έμενε μια οικογένεια από την επαρχεία, μια πολύ φτωχή οικογένεια ο μπαμπάς, η μαμά και τρία παιδιά. Ο μόνος που δούλευε ήταν ο  μπαμπάς και δύσκολα τα έφερνε βόλτα και τα παιδιά φτωχοντυμένα αλλά καθαρά μας κοίταζαν παράξενα και σπάνια έρχονταν να μας πούνε μια καλημέρα. Ο πιο μεγάλος ήταν ο Γιώργης, ο οποίος ντρεπόταν να έρθει, αλλά ο δεύτερος ο Θανασάκης, ίδια ηλικία με τον γιό μου τον Μιχαλάκη τεσσάρων χρονών ερχόταν κάθε τόσο και ρώταγε τον γιό  μου με εκείνη την παράξενη προφορά της επαρχίας μη γαπάς Μιχαλάκη; Και ο λόγος ήταν για να παίξει με τα παιχνίδια του γιού μου, που ήταν ακριβά παιχνίδια, όλα αμερικάνικα Φίσερ Πράϊς και τέτοια ακριβά παιχνίδια που του έφερνε ο νονός του ο Νίκος Παπουτσάκης, που ήταν ένας σπάνιος κουμπάρος και νονός. Ο Θανασάκης γαλίφης όπως ήταν, καλόπιανε τον Μιχαλάκη για να τον αφήνει να παίζει με τα παιχνίδια του και πολλές φορές έτρωγε σε μάς, ενώ τα άλλα παιδιά ντρέπονταν να έρθουν. Μόνο κάπου, κάπου ερχόταν και η μικρούλα η Τασιώ, όταν εύρισκε ευκαιρία να το σκάσει από την μάνα της. που δεν την άφηνε να μας ενοχλεί και ντρεπόταν η ίδια για τον Θανασάκη που δεν έφευγε από μας. Μετά δύο χρόνια εμείς πήγαμε στην Αμερική και όλα τα παιχνίδια τα άφησε ο γιός μου στον Θανασάκη και στην Τασιώ.

    Όταν ο γιός μου πήγε σχολείο στην Αμερική έγραψε γράμμα στον Θανασάκη και του έγραψε γράμμα και του έβαλε και δέκα δολάρια μέσα, αλλά δεν πήρε απάντηση και από τότε τον ξέχασε τον Θανασάκη.

    Ο  γιός μου τελείωσε το πανεπιστήμιο και θέλησε να κάνει το στρατιωτικό του στην Ελλάδα και όχι στην Αμερική και έτσι ήρθε στην Ελλάδα και παρουσιάστηκε στην κέντρο Κορίνθου.

    Μετά την βασική εκπαίδευση τον αποσπάσανε στο Κιλκίς, στο στρατόπεδο του Καμπάνη και έκανε τον γραμματέα του συντάγματος επειδή μίλαγε τα αγγλικά και πολλές διαταγές ήταν στην αγγλική, όσες είχαν σχέση με το σύνταγμα.

   Δεν πήγαινε στις ασκήσεις με τον λόχο του, επειδή είχε υπηρεσία στα γραφεία. και αυτό παραξένεψε τον διοικητή του λόχου του και επειδή το κρεβάτι του ήταν πάντα ακατάστατο, ένα Σάββατο τον πρόλαβε ο ανθυπολοχαγόςκαι του έκανε την παρατήρηση, γιατί δεν φροντίζει το κρεβάτι του;

    Ο Μιχάλης του απάντησε, ότι οι ώρες του δεν ήταν κανονισμένες, επειδή έρχονταν επείγοντα μηνύματα και τον καλούσαν επειγόντως να πάει στο διοικητήριο και για αυτό το κρεβάτι του ήταν έτσι τις περισσότερες φορές.

   Ο διοικητής του ο ανθυπολοχαγός Αθανάσιος Βουγιούκας, δεν τον πίστεψε και για τιμωρία του είπε να φορτωθεί όλα τα σκεπάσματά του μαζί και την εξάρτηση και το όπλο και να φέρει δέκα γύρους το στρατόπεδο.

   Ο Μιχάλης δεν έφερε αντίρρηση και του είπε, ότι αύριο θα το αναφέρει στον διοικητή του συντάγματος και ο ανθυπολοχαγός του είπε θα μου κλάσει τα τέτοια.

   Αλλά ο Μιχάλης έκανε τις δέκα γύρες και με παράπονο έπεσε στο κρεβάτι του και έκλαψε από το παράπονό του.

   Όλος ο θάλαμος πήγαν να τον παρηγορήσουν και είπαν στον ανθυπολοχαγό, ότι αυτό που έκανε στον Μάϊκ δεν ήταν σωστό.

   Εκείνος δικαιολογήθηκε, ότι δεν σηκώνει λούφα και είπε στον Μιχάλη αυτό για να μάθεις, ότι ο ελληνικός στρατός χρειάζεται πειθαρχία.

   Αυτό το ξέρω είπε ο Μιχάλης, αλλά επειδή νιώθω έλληνας ήρθα στην Ελλάδα να υπηρετήσω την θητεία μου και όχι στην Αμερική, που είναι πιο πειθαρχημένη.

   Τότε τον ρώτησε ο ανθυπολοχαγός γιατί στα χαρτιά σου γράφεσαι Μάϊκ Ζάϊτης;

–   Εκεί στην Αμερική όλοι κόβουν λίγο το όνομά τους και το κάνουν κοντύτερο για πρακτικούς λόγους.

–   Το καθαυτό όνομά μου είναι Μιχάλης και το επώνυμό μου Τζιτζής, αλλά εγώ τα άλλαξα και τα έκανα Μάϊκ Ζάϊτης.

Μόλις το άκουσε ο ανθυπολοχαγός, πάνιασε και άρχισαν να τρέμουν τα χείλη του και ήταν έτοιμος να βάλει τα κλάματα. Όρμησε πάνω στον Μάϊκ τον αγκάλιασε και άρχισε να τον φιλάει σαν τρελός και να του ζητάει συγγνώμη.

    Όλος ο θάλαμος μαζεύτηκε εκεί και ο ανθυπολοχαγός με δάκρυα στα μάτια εξήγησε στον θάλαμο, ότι ο Μιχάλης ήταν παιδικός του φίλος και πόσο τον αγαπούσε και θυμήθηκε, ότι για να τον αφήνει ο Μιχάλης να παίξει με τα παιχνίδια του, του έλεγε κάθε στιγμή μη γαπάς Μιχαλάκη;

    Γέλασαν όλα τα παιδιά και μετά  τους είπε ο ανθυπολοχαγός και το άλλο.

    Εγώ το έλεγα για να με αφήνει να παίζω με τα παιχνίδια του, αλλά πιο πολύ ήθελα να μου δίνει η θεία Βάσω και λίγη σοκολάτα, από αυτές που έφερνε ο νονός του Μιχαλάκη και έπαιρνα και για την Τασιώ την αδερφή μου, που ο Μιχαλάκης έσπαζε τη δική του σοκολάτα και μου έλεγε αυτό να το δώσεις στην Τασιώ.

    Μετά εξήγησε ο ανθυπολοχαγός στα παιδιά, ότι πέρασε μεγάλη φτώχεια στα παιδικά του χρόνια, μέχρι να αρχίσει να δουλεύει και ο μεγαλύτερος αδερφός του και έτσι σπούδασε ο ίδιος και το Τασιώ τελειώνει την ακαδημία και θα γίνει δασκάλα.

    Είπε στον Μιχάλη την Κυριακή θα πάμε στο χωριό να δεις και τους άλλους.

    Πράγματι όταν γύρισαν ο Μάϊκ  και ο ανθυπολοχαγός την Δευτέρα, ήταν χαρούμενοι και στα πρόσωπά τους έβλεπες την χαρά.

    Μόνο που ο ανθυπολοχαγός, δεν μπορούσε να το χωνέψει το καψώνι που έκανε στον Μάϊκ.

    Αλλά ο Μιχάλης είπε στον θάλαμο, ότι αρραβωνιάστηκε την Τασιώ την αδερφή του ανθυπολοχαγού και τέρμα τα καψώνια.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.