Του Βασίλη Τζιτζή, Σκάλα Καλλιράχης Θάσος

Ένας λόγος λέει αν πάς στην Αυστρία και συγκεκριμένα στην Βιέννη και δεν πάς στο Γκρίντζιγκ, πες ότι δεν πήγες ποτέ στην Αυστρία. Το Γκρίντζιγκ είναι ένα μικρό χωριουδάκι έξω από την Βιέννη κάπου είκοσι χιλιόμετρα και οι κάτοικοι ασχολούνται μόνο με την οινοποιία με έναν παράξενο τρόπο.

       Στο χωριό δεν υπάρχουν ταβέρνες, επειδή το κάθε σπίτι είναι και ταβέρνα, στο σαλόνι, στην κουζίνα ακόμη και στη κρεβατοκάμαρα όταν το απαιτήσει η περίσταση υπάρχουν τα χοντροκομμένα τραπέζια έτοιμα να υποδεχτούν μέχρι και εκατό άτομα. Το κάθε σπίτι διαφημίζει το δικό του κρασί και σπάνια δύο σπίτια να έχουν το ίδιο κρασί. Όταν σπούδαζα το 1956 στην Βιέννη, είχα όνειρο να πάω στο Γκρίντζιγκ, αλλά τα οικονομικά μου δεν μου το επέτρεπαν και έτσι το όνειρο έμενε ένα όνειρο που ήρθε στη ζωή μου ο Γιώργος ο Καλύβας από την Σπάρτη που σπούδαζε και αυτός στη Βιέννη μαθηματικά.

      Εγώ δεν ήξερα ότι ο Γιώργος ήταν κομμουνιστής και ούτε με πείραζε που κάναμε παρέα και ποτέ του δεν μου μίλησε περί κομμουνισμού.

     Γνωριστήκαμε στα αναγνωστήρια του πολυτεχνείου και δυο τρείς φορές τη βδομάδα κάναμε παρέα σε μια φτωχική ταβέρνα με τσάι και ρούμι. Ήταν η αδυναμία του και μετά το συνήθισα και εγώ. Μια μέρα μου λέει, ξέρεις Βασίλη στην όπερα της Βιέννης θα ανεβεί μετά τρείς μήνες ένα έργο που λέγεται Ναμπούκο και θα τραγουδήσει και ένας έλληνας τενόρος μπάσο ο Τάκης ο Φούκας. Εγώ ούτε ακουστά τον είχα τον Τάκη, ούτε και με ενδιέφερε η ιδεολογία του, όπως μου είπε ο Γιώργος και αυτός ήταν κομμουνιστής και μέσω του κόμματος ήρθαν σε επαφή και έτσι γνωρίστηκα και εγώ με τον Τάκη τρείς μήνες πριν από την έναρξη της όπερας.

    Το Γκρίντζιγκ είναι ιστορικό χωριό, επειδή σε εκείνη τη πλαγιά του λόφου που λέγεται Κάλενμπεργκ έγινε η πρώτη μάχη μεταξύ των οθωμανικών στρατιών και των πολωνών, που πήγαιναν για ενίσχυση στη Βιέννη να βοηθήσουν τους πολιορκούμενους βιεννέζους που ήταν έτοιμοι να παραδοθούν, αλλά οι πολωνοί νίκησαν για πρώτη φορά τους Οθωμανούς του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή και έτσι σώθηκε η Βιέννη και μετά την μάχη της Βιέννης ο Σουλεϊμάν αρρώστησε από από τη στεναχώρια του και πέθανε.

    Ο Γιώργος συνάντησε τον Τάκη στο ξενοδοχείο του και επειδή ο Τάκης ήθελε να πάει στο Γκρίντζιγκ κανόνισαν το επόμενο Σάββατο να πάνε σε εκείνο το χωριό και να απολαύσουν τα περίφημο κρασιά του χωριού που είναι παγκοσμίως γνωστά.

    Με κάλεσαν και εμένα, αλλά εγώ τους ξηγήθηκα, ότι δεν έχω τα λεφτά ούτε για το τραμ, αλλά και ο Γιώργος ήταν σπασμένος και η μόνη μας ελπίδα ήταν ο Τάκης.

    Για κάποιον λόγο και ο Τάκης ήταν σπασμένος, επειδή δεν πληρώθηκε ακόμη για τη δουλειά του, όσο κρατούσαν οι πρόβες έπαιρναν προστάντζα, αλλά δεν πρόλαβε να πάρει ακόμη και έτσι μετρήσαμε ότι είχε ο καθένας στην τσέπη του και βρήκαμε τα εισιτήρια για το τραμ πήγαινε έλα και μια καράφα δύο λίτρων είκοσι τέσσερα σελίνια. Όταν φτάσαμε στο χωριό μόλις σουρούπωνε και στο τρίτο σπίτι που είχε αναμμένο το φωτάκι στην πόρτα, σημάδι, ότι έχει διαθέσιμα τραπέζια μπήκαμε και μας έβαλαν σε μια γωνιά στη μεγάλη σάλα, που ήταν γεμάτη από πελάτες,

    Παραγγείλαμε την καράφα, φυσικά χωρίς μεζέ, το οποίο είναι έξτρα λογαριασμός και η τσέπη μας δεν άντεχε για μεζέδες και τα τέτοια.

     Εκεί στη συζήτηση, μου εξήγησε ο Τάκης ότι είναι τενόρος μπάσο και οι περισσότερες όπερες δεν έχουν τέτοιους ρόλους και γι’ αυτό ο Τάκης ήταν αναγκασμένος να τραγουδάει μόνο σε περιορισμένες όπερες όπως είναι ο Ναμπούκος.

    Η καράφα μας τελείωσε στα γρήγορα και η οικοδέσποινα μας κοίταζε συνέχεια να δει πότε θα φύγουμε, επειδή κόσμος πολύς περίμενε έξω από την πόρτα ή τουλάχιστον να παραγγείλουμε ακόμη μια καράφα.

    Εγώ δεν αισθανόμουν άνετα και είπα στον Γιώργο, αφού δεν μπορούμε να παραγγείλουμε άλλη καράφα, λόγω ελλείψει χρημάτων να πληρώσουμε και να φύγουμε.

    Εδώ πρέπει να κάνω μια παρατήρηση, ότι οι αυστριακοί είναι σαν τους γερμανούς τσιγκούνηδες και αν του πάρεις ένα τσιγάρο, στο θυμίζει μετά τρείς μήνες, ότι του χρωστάς ένα τσιγάρο.

    Ο Γιώργος όμως έλεγε στον Τάκη, θέλω πολύ να σε ακούσω να τραγουδάς και στην όπερα μάλλον δεν θα μπορέσω να έρθω να σε ακούσω λόγω των οικονομικών όπως και ο Βασίλης, γι’ αυτό κάνε μια θυσία για μάς και τραγούδησε ένα τραγούδι του ρόλου σου.

    Ο Τάκης σηκώθηκε και όπως ήταν ψηλός δύο μέτρα ένα γεροδεμένο σώμα και είπε στο κοινό, αν δεν σας ενοχλεί μπορώ να πω ένα τραγούδι;

    Πολλοί είπαν ναι και άρχισε ο Τάκης με μια ελληνική οπερέτα το «Με το χάραμα ξυπνώ, το τραγούδι αρχινώ κλπ» και όλο το σπίτι βούιζε και έτριζαν τα τζάμια.

     Μόλις τελείωσε είπε, ότι είναι ο Τάκης ο Φούκας ο τενόρος της όπερας Ναμπούκο και τραγούδησε και ένα κομμάτι από τον ρόλο του.

     Όταν τελείωσε το τραγούδι, η οικοδέσποινα μας έφερε κάπου τριάντα καράφες και μας έλεγε, αυτή είναι από την τάδε κυρία, αυτή από εκείνον τον κύριο κ.ο.κ.

     Στις δώδεκα η ώρα είχαμε γίνει φέσι και σηκωθήκαμε να φύγουμε, τον Τάκη μόνο που δεν τον πήραν στην πλάτη τους.

     Τουλάχιστον είκοσι καράφες περίσσεψαν και η σπιτονοικοκυρά μας είπε, όποτε θέλετε είσαστε ευπρόσδεκτοι, χωρίς να σας χρεώσω τίποτα όσες καράφες και να παραγγείλετε.

    Η αλήθεια είναι ο αυστριακός αγαπάει την μουσική.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.