Ο πολιτικός κόσμος της μεταπολιτευτικής Ελλάδος αποτελεί τη μήτρα ενός κόσμου ανήκεστα φθαρμένου και απεριόριστα υποκριτικού. Μιας χώρας παραπληγικής, που σαρώνεται από τη βαριά μολυσματική ασθένεια ευημερία με κάθε μέσον και κάθε τίμημα. Ασθένεια που στους κόλπους του «δημοκρατικού τόξου» έχει αποκτήσει χαρακτηριστικά λοιμικής, γνωστής με την ονομασία «Νενεκισμός». Τα συμπτώματα της ασθένειας είναι ασφαλώς ορατά διά «γυμνού οφθαλμού» για τους σιχαμερούς νενέκους της πολιτικής μας ζωής. «Γλείφουν εκεί που έφτυναν». Εξωραΐζουν με διθυραμβικούς δεκάρικους την καθοδηγούμενη αυτοχειρία του Ελληνισμού, ξεπουλούν ιδεολογίες, δόγματα, επαναστατικά μανιφέστα και παντιέρες. Αλλάζουν πολιτική ταυτότητα μέσα σε μια νύχτα, αγνοούν το συντριπτικό αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος που οι ίδιοι προκάλεσαν, μεταμορφώνοντας, με αδιανόητη αδιαντροπιά, σε χαμερπείς λακέδες των «αγορών» και του ΝΑΤΟ, σε «κολλητούς» της Μέρκελ.

Η μεταπολιτευτική Ελλάδα είναι η χώρα όπου ένας εσμός λυμεώνων της πολιτικής ζωής και του δημοσίου πλούτου (επίγονοι διανοητικά υστερούντες κάποιοι εξ αυτών), συνεχίζουν να κυκλοφορούν στους δρόμους δίχως ίχνος ντροπής και να επιμένουν θρασύτατα να ζητούν την ψήφο μας μιλώντας για …«πατρίδα». Ποιοι; Αυτοί που την κατέστρεψαν και μας παρέδωσαν δεμένους χειροπόδαρα στη διεθνή τοκογλυφία και στη «δεδηλωμένη» ανθελληνική λύσσα του σιωνισμού.

Είναι προφανές ότι πρόκειται για άτομα που χωρίς υπερβολή θα πουλάγανε και τη μάνα τους, αν μπορούσαν να πετύχουν καλή τιμή. Άτομα που προκαλούν τον οίκτο για το κατάντημά τους. Όταν όμως ξεπουλάνε πατρώα γη και προγονική ιστορία, όταν ατιμάζουν ένα θησαύρισμα πολιτισμού παγκόσμιας εμβέλειας, η οποία ανοχή μας γίνεται συνενοχή. Το πρόβλημα ωστόσο δεν παραπέμπει μόνο στην οικονομική και ηδονοθηρική βουλιμία νενέκων της πολιτικής μας ζωής. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι πολλοί εκ των λυμεώνων του «δημοκρατικού τόξου», παρουσιάζονται με ελληνικά ονόματα τα οποία όμως δεν είναι τα πραγματικά τους, όπως τουλάχιστον αναγράφεται σε πολλές ιστοσελίδες του διαδικτύου. Αυτό δημιουργεί ένα συνειρμό που παραπέμπει στους κουκουλοφόρους που καίνε τις Ελληνικές σημαίες και που όταν κάποτε (σπανίως και συνήθως κατά λάθος) συλλαμβάνονται, με έκπληξη διαπιστώνουμε ότι δεν είναι Έλληνες πολίτες. Ο εσμός δηλαδή των λυμεώνων του «συνταγματικού τόξου» είναι ένα συνονθύλευμα νενέκων και των «γνωστών αγνώστων» που έχουν παρεισφρήσει στην Ελληνική πολιτική ζωή με ελληνοποιημένη (γιατί άραγε;) ονόματα.

Αν στην Ελληνική ιστορία είχε επικρατήσει η δική τους λογική, η οποία οδηγεί σε οξύ μεταξύ τους διαγκωνισμό αυτοεξευτελισμού με διαφιλονικούμενο γέρας την εύνοια των επικαιρικά ισχυρών, ο Κολοκοτρώνης θα έπρεπε να τα έχει βρει με τον Δράμαλη κερδίζοντας τον έπαινο της Ιεράς Συμμαχίας. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος θα έπρεπε να έχει ανταλλάξει ένα ευπροσήγορο «ναι», με τη χλιδάτη ζωή που του έταζε ο Μεχμέτης, ο Λεωνίδας να χλευάσει κάθε ενδεχόμενο αντίστασης στις Θερμοπύλες, αφού οι Μήδοι, ούτως ή άλλως, στο τέλος «θα διαβούνε» και ο Ιωάννης Μεταξάς αντί του ιστορικού ΌΧΙ να έχει πει ένα «μεγαλόπρεπο» ναι στο θρασύ εισβολέα, κερδίζοντας οφίτσια και διασφαλίζοντας ειρήνη και σταθερότητα στην περιοχή. (Κατά την προσφιλή έκφραση των σημερινών σφουγγοκωλαριών).

Συνεχίζεται

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here