Του Βασίλη Τζιτζή, Σκάλα Καλλιράχης Θάσος

Ο Σταύρος το είχε καμάρι, ότι υπηρέτησε στα ΛΟΚ και νόμιζε, ότι κανείς στο χωριό δεν μπορεί να τα βάλει μαζί του και έκανε τον νταή, μετά που απολύθηκε από τον στρατό.

      Εδώ που τα λέμε και τα κορίτσια του χωριού τον λάτρευαν και πολλές φανερά του το λέγανε στα ίσα, πόσα βόδια έδινε ο κάθε μπαμπάς στην κόρη για να παντρευτεί τον Σταύρο.

     Τότε η αξία του γαμπρού μετριόταν με βόδια για προίκα και σε εξαιρετικές περιπτώσεις δίνανε και κάνα γαϊδούρι, αν ο γαμπρός ήταν κάτι το ξέχωρο στο χωριό, ό-πως να πούμε ο Σταύρος, που είχε υπηρετήσει στα ΛΟΚ.

     Μάλιστα ο Σταύρος διατείνονταν, ότι ήταν αλπινιστής, ένας από τους καλλίτερους στην Ελλάδα.

     Φυσικά στο χωριό κανείς δεν ήξερε τι σημαίνει αλπινιστής και τον ρώταγαν, σαν τι πράγμα να είναι ο αλπινισμός, που συνέχεια το κοπανούσε ο Σταύρος.

–    Είναι το πιο δύσκολο κατόρθωμα στο στρατό ο αλπινιστής, αυτός που ξαφνιάζει τον εχθρό με επικίνδυνες αναρριχήσεις σε απόκρημνα μέρη.

      Ένας από τους καλλίτερους ήταν και ο Σταύρος και  πολύ το καμάρωνε, που ήταν αλπινιστής και ονειρευόταν, ότι στο χωριό έπρεπε να πάρει τη μεγαλύτερη προίκα σε βόδια και αγελάδες.

     Μια μέρα στο καφενείο, παρέα με τον πατέρα της Ειρήνης ήρθαν στα λόγια σχετικά με την προίκα στο χωριό και το έθιμο να δίνουν βόδια και  όχι λίρες, όπως κάνανε στα άλλα τα χωριά.

    Ο πατέρας της Ειρήνης το έκανε λιανά στον Σταύρο, τις λίρες μπορεί να τις πάρει ο γαμπρός και να εξαφανιστεί, ενώ τα βόδια πρέπει να τα σέρνει μαζί του, να του υπεν-θυμίζουν, ότι είναι παντρεμένος και παλουκωμένος εδώ στο χωριό. Η άποψη του πατέρα της Ειρήνης δεν άρεσε στον Σταύρο και πλάγια, πλάγια, τον ρώτησε, σαν πόσα βόδια θα άξιζε ο Σταύρος. Ο κυρ Στάθης, ο πατέρας της Ειρήνης, του είπε, ούτε ένα, διότι δεν ξέρει να οργώ-νει, συνεπώς γιατί να του δώσουν τα βόδια.

    Ο Σταύρος πειράχτηκε με την άποψη του, αλλά δεν φανέρωσε την δυσαρέσκεια του, μόνο του είπε, ότι νομίζει, ότι η αξία του   στο χωριό περνάει τα δέκα βόδια.

Μπα του είπε ο άλλος όποιος σου δώσει ένα βόδι, θα πρέπει να είναι βόδι ο ίδιος. Αυτό τον άναψε τον Σταύρο και με θυμό σηκώθηκε να φύγει και όταν απομακρύνονταν του είπε, εμείς θα τα ξαναπούμε. Αυτό το τελευταίο είχε νόημα, διότι την προηγούμενη μέρα είχε συναντήσει την Ειρήνη και στα ίσα της ρίχτηκε και εκείνη του είπε, έλα να με ζητήσεις από τον μπαμπά μου.

     Αλλά μέχρι τότε ο Σταύρος χρησιμοποίησε την ειδικότητά του σαν αλπινιστής να σκαρφαλώνει στο παράθυρο της Ειρήνης και να περνάει γλυκές νύχτες μαζί της.

     Μετά έξι μήνες κάτι σαν να υποψιάστηκε ο πατέρας της Ειρήνης και έλαβε τα μέτρα του, να πιάσει τον αλπινιστή στα πράσα.

      Ζήτησε από την κόρη του να του πει ειλικρινά, αν αληθεύουν αυτά που άκουσε από τον ανιψιό του που ήταν φίλοι με τον Σταύρο.

     Η Ειρήνη ομολόγησε την αμαρτία της και τα είπε όλα στον πατέρα της, ότι αγαπάει τον Σταύρο, που της υποσχέθηκε, ότι θα την ζήταγε, αλλά οι μέρες περνούσαν και δεν ερχόταν να ζητήσει το χέρι της από τον πατέρα της και ότι σχεδόν βράδυ παρά βράδυ την επισκέπτονταν από το παράθυρο σαν αλπινιστής.

     Το μυαλό του Στάθη δούλεψε και προσπάθησε να εκμεταλλευτεί την περίπτωση του αλπινιστή προς όφελός του.

      Καλλίτερη ευκαιρία από αυτήν δεν θα βρισκόταν και κατάστρωσε το σχέδιο του μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια.

     Όταν ήρθε ο Σταύρος με την τριχιά μετά της δώδεκα η ώρα τα μεσάνυχτα, έριξε την τριχιά από το ανοιχτό παράθυρο και η Ειρήνη πέρασε την θηλιά της τριχιάς στο πόμολο της πόρτας και ο Σταύρος σκαρφάλωσε σαν αλπινιστής και βρέθηκε δίπλα στην αγαπημένη του Ειρήνη. Το τι γινόταν μετά μπορεί ο καθένας να το σκεφτεί, αλλά εγώ δεν μπορώ να το περιγράψω, διότι είναι αμαρτωλά αυτά τα πράγματα.

     Μέσα στα αγκαλιάσματα και τα χάδια, η Ειρήνη έβγαλε σιγά, σιγά την θηλιά της τριχιάς από το πόμολο της πόρτας και η τριχιά έπεσε στη Γή.

     Ο δρόμος για τον Σταύρο είχε κλειστεί, αλλά δεν κατάλαβε τίποτα, μόνο όταν πε-τάχτηκε μέσα από την ντουλάπα ο πατέρας της Ειρήνης με τη καραμπίνα στο χέρι και του φώναξε ψηλά τα χέρια και σε έφαγα.

Ο Σταύρος δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει τι ακριβώς συνέβαινε και όπως ήταν ολοτσίτσιδος, δεν μπορούσε να σηκώσει τα χέρια ψηλά, επειδή ήθελε να κρύψει τα αχαμνά του και ο Στάθης με την καραμπίνα στο χέρι, ούρλιαζε, βάλε το μαξιλάρι μπροστά σου και έλα κοντά μου με το ένα χέρι ψηλά.

    Το ίδιο έκανε και η Ειρήνη με το αριστερό έβαλε το μαξιλάρι μπροστά της και το άλλο ψηλά, επειδή την σκόπευε ο πατέρας της.

     Τότε είπε ο Στάθης στη γυναίκα του, τρέξε να πεις του παπά να έρθει να τους στεφανώσει.

     Πράγματι η γυναίκα του βρήκε έτοιμο τον παπά στο δρόμο, που ήταν συνεννοημένος και ήρθε λαχανιασμένος και τους στεφάνωσε έτσι ολόγυμνους και επειδή δεν είχαν δαχτυλίδια οι νεόνυμφοι, έβγαλε ο Στάθης το δικό του και το έδωσε στον Σταύρο και η γυναίκα του το δικό της στην κόρη της.

     Μετά την στέψη, είπε ο Στάθης στον Σταύρο, τώρα μπορείς να ντυθείς και να κατεβείτε κάτω για πρωινό.

Ο Σταύρος απορούσε, πως τα ήξερε όλα ο πεθερός του. Πάνω στο τραπέζι ο Στάθης είπε στον γαμπρό του, εδώ μπροστά στον παπά, σου κάνω όρκο, ότι θα σου δώσω ένα βόδι και ένα μοσχαράκι, αν ερχόσουν από την πόρ-τα θα σου έδινα δέκα βόδια, αλλά εσύ προτίμησες να έρθεις από το παράθυρο, για να μας δείξεις, ότι είσαι αλπινιστής.

–    Ένα πράγμα πρέπει να καταλάβεις, εδώ στο χωριό δεν έχει αξία αν είσαι αλπινισ-τής ή λοκατζής, αξία έχει να είσαι καλός στο όργωμα και στο ζευγάρι, όλα τα άλλα είναι  για συζήτηση στο καφενείο, όπως έκανες εσύ και το απέδειξες, με το να μπεις σπίτι μου από το παράθυρο. 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.