Ο καπετάνιος

0
15

Του Βασίλη Τζιτζή, Σκάλα Καλλιράχης Θάσος

Από τα οχτώ του έδειξε, ότι δεν ήταν ένα φυσιολογικό παιδί. Βέβαια δεν ήταν συνδρομικό, αλλά δεν ήταν και φυσιολογικό. Με το ζόρι έβγαλε το δημοτικό και αυτό ήταν όλη του η μόρφωση. Στο στρατό τον πήρανε βοηθητικό και την κουραμάνα του δεν την έτρωγε την φύλαγε να την πάει στη μάνα του, όταν πήγαινε με άδεια στο χωριό.

      Ο πατέρας του είχε ανέβει στο βουνό και δεν ξαναγύρισε και πολλές φήμες έλεγαν ότι είναι στο παραπέτασμα, το ίδιο και ο θείος του ο Ευγένης ο αδερφός του πατέρα του και αυτός ανέβηκε στο βουνό πριν φύγουν οι βούλγαροι, αλλά δεν κατέβηκε με την αμνηστία και έτσι ο Βαγγέλης έμεινε ορφανό από πατέρα και από συγγενείς.

      Παρουσιάστηκε στο κέντρο νεοσυλλέκτων Δράμας και επελέγη βοηθός μαγείρου και δεν πήγαινε στις ασκήσεις με τον λόχο.

      Είχε μπόλικο φαγητό από αυτά που ετοίμαζε ο μάγειρας για τους αξιωματικούς και τους στρατιώτες και πάντα προσπαθούσε να βάζει κρυφά από τον μάγειρα καμιά κονσέρβα στην άκρη για την μάνα του.

     Το τάγμα πήρε διαταγή να πάει στο Νευροκόπι και όλο το κέντρο αναστατώθηκε από τις ετοιμασίες και οι αξιωματικοί ήταν πολύ νευριασμένοι και αγχωμένοι, επειδή το τάγμα δεν ήταν σε θέση να πολεμήσει με τους αντάρτες, λόγω που οι στρατιώτες ήταν ακάπνιστοι, δηλαδή απειροπόλεμοι. Φορτώσαμε τα καζάνια και τις άλλες αποσκευές και φτάσανε σε ένα εγκαταλελειμμένο χωριό, που είχε μείνει μόνο η ταμπέλα που έγραφε ΑΓΡΙΟΚΕΡΑΣΙΑ.

     Στα γρήγορα έστησαν τα αντίσκηνα και αμέσως έβαλαν μπρος τους κλίβανους και τους φορητούς φούρνους και άρχισαν κανονικά τα συσσίτια και τα φαγητά.

     Γύρω είχαν στηθεί και οι άλλες σκηνές και οι σκοπιές και τίποτα δεν πρόδιδε, ότι το στρατόπεδο ήταν προσωρινά εκεί.

     Βέβαια ο στρατός έφευγε από τα ξημερώματα και έρχονταν αργά το βράδυ από τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των ανταρτών. Οι επιχειρήσεις άρχισαν να γίνονται πολύ μακριά και έτσι και τα μαγειρεία μεταφέρθηκαν στο ύπαιθρο, επειδή δεν προβλεπόταν η παραμονή του τάγματος για πολύ καιρό εκεί.

     Ο καιρός ήταν βροχερός και οι στρατιώτες υπέφεραν από το κρύο, επειδή δεν είχαν την χειμερινή ενδυμασία, γι’ αυτό και το ιατρείο ήταν γεμάτο από άρρωστους.

     Σε μια τέτοια καταδρομή είπε ο μάγειρας στον Βαγγέλη, ότι επειδή το τάγμα θα έκανε τρείς διαφορετικές εξορμήσεις, με τους τρείς λόχους του σε διαφορετικές κατευθύνσεις, έπρεπε να πάει με τον τρίτο λόχο σαν υπεύθυνος για την σίτιση των στρατιωτών του λόχου και ο ίδιος θα πήγαινε με τον λόχο διοικήσεως και ο άλλος ο βοηθός με τον δεύτερο λόχο.

     Έτσι ο Βαγγέλης με βοηθό έναν στρατιώτη, που έκανε τον άρρωστο, έστησε  το πρόχειρο μαγειρείο και όλη τη μέρα φρόντισαν ο λόχος να μη στερηθεί από τίποτα.

     Το απογευματάκι όταν γύρισε ο λόχος από την επιχείρηση, γύρισε με δύο τραυματίες και ψόφιο στην κούραση.

     Αμέσως έφαγαν όλοι οι στρατιώτες και ξάπλωσαν να κοιμηθούν και ο Βαγγέλης με τον βοηθό του καθάριζαν τα καζάνια.

    Κατά τις δώδεκα τελείωσαν και πήγαν να ξαπλώσουν.

    Πήρε ο Βαγγέλης δύο χλαίνες, την δικιά του και μία του ενός τραυματία, που τον πήγαν στο προσωρινό ιατρείο και ξάπλωσε λίγο παράμερα να μη ακούει τη φασαρία του στρατοπέδου.

    Στις τέσσερες η ώρα το πρωί, ήρθε σήμα ο λόχος επειγόντως να μεταφερθεί τρία χιλιόμετρα ανατολικότερα, επειδή έγινε αντιληφτεί κίνηση ανταρτών να τους χτυπήσουν το πρωί.

     Σε άκρα ησυχία μέσα σε μισή ώρα μετακόμισε ο λόχος σε άλλη τοποθεσία και ο Βαγγέλης έμεινε εκεί να ροχαλίζει.

     Όταν άνοιξε τα μάτια του είδε ένα πρόσωπο από πάνω του να τον κοιτάζει με γαλήνιο ύφος και του χαμογέλασε.

     Τρόμαξε ο άνθρωπος και του είπε μη φοβάσαι είμαι αντάρτης και θέλω να παραδοθώ.

     Έτριψε τα μάτια του ο Βαγγέλης και ανακάθισε και δεν μπορούσε να βάλει τις σκέψεις του σε σειρά.

     Πού είναι ο λόχος;, που είναι οι στρατιώτες και πώς βρέθηκε αυτός ανάμεσα στους αντάρτες, χωρίς όπλο.

      Πάνω που προσπαθούσε να βάλει σε μια σειρά τους λογισμούς του, άκουσε έναν πυροβολισμό και ο αντάρτης άρπαξε το αυτόματό του και άρχισε να πυροβολεί σε μια κατεύθυνση και άκουγε πολλούς πυροβολισμούς, αλλά δεν μπορούσε ούτε το κεφάλι του να σηκώσει.

      Ούτε όπλο είχε ούτε χειροβομβίδες, έτσι άοπλος κούρνιασε στη λακκούβα και παρακολουθούσε τον αντάρτη που πολέμαγε μόνος του, τους δικούς του.

     Στο τέλος έριξε δύο χειροβομβίδες ο αντάρτης και οι πυροβολισμοί αραίωσαν και στο τέλος σταμάτησαν τελείως.

–   Είναι οι δικοί μου, που με ψάχνουν του είπε ο αντάρτης, επειδή κατάλαβαν, ότι ήθελα να αυτομολήσω. Ήμουν ο καπετάνιος τους, αλλά βαρέθηκα εφτά  χρόνια.

     Με λίγα λόγια του είπε την ιστορία του, που ήταν χρόνια αντάρτης από τους πρώτους, αλλά τελευταία κατάλαβε, ότι ο αγώνας τους προδόθηκε και αποφάσισε να παραδοθεί.

     Δεν είναι μακριά το χωριό μου είπε στον Βαγγέλη, να προς τα εκεί πέφτει η Κουμπάλιστα.

      Μόλις άκουσε το όνομα ο Βαγγέλης πρόσεξε καλλίτερα τον αντάρτη και τον ρώτησε, μήπως είχες έναν αδερφό που το έλεγαν Σωτήρη;

–    Ναι του είπε ο αντάρτης και σταμάτησε και τον κοίταξε καλλίτερα.

–    Και εσύ που τον ξέρεις τον Σωτήρη;

–    Ήταν ο πατέρας μου, του είπε ο Βαγγέλης.

     Όταν ο σκοπός είδε τον Βαγγέλη να έρχεται με τον αντάρτη σήμανε συναγερμό και όλος ο λόχος βρέθηκε στο πόδι και είδαν τον Βαγγέλη άοπλος αυτός να φέρνει έναν αντάρτη αιχμάλωτο.

     Και όλοι στο λόχο είχαν να το λένε, ότι ο μάγειρας άοπλος έπιασε ένα αντάρτη αιχμάλωτο και γι’ αυτό παρασημοφορήθηκε, ήταν η μόνη επιτυχία του τάγματος, που πήρε το βάπτισμα του πυρός και ο Βαγγέλης βρήκε τον θείο  του.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.