Το κάθε χωριό ανά την υφήλιο, έχει τους τύπους του, τον αστείο, τον χαζό, τον κλέφτη, τον ψεύτη και τον ελαφρό.

Ο ελαφρός είναι ο τύπος, που παραδέχεται ότι είναι ελαφρός και δέχεται αγόγγυστα σφαλιάρες, με την δικαιολογία, ότι είναι αστείες οι σφαλιάρες, διότι αν ήταν σοβαρές θα τον πλάκωνε στις καρπαζιές τον χειροδικούντα.

Τέτοιος τύπος ήταν και ο Στρατής στην Κουμπάλιστα, που επειδή δεν πλενόταν ούτε και στο ποτάμι τον Αγγίτη, τον φώναζαν Ψωροστρατή.

Η μόνη του έγνοια, όταν έφτασε σε ηλικία στρατεύσεως, ήταν αν θα τον έπαιρναν  στο στρατό.

Για τον Στρατή ο στρατός είχε μεγάλη σημασία, εκεί ήταν όλη η αξιοπρέπεια  του ατόμου και η υπόληψη του στο χωριό κρεμόταν από το στρατό.

Αν δεν τον έπαιρναν στο στρατό έπρεπε να φύγει από το χωριό, διότι καμιά  δεν θα γύριζε να τον κοιτάξει, ενώ άμα τον έπαιρναν στο στρατό σήμαινε, ότι όλα ήταν  εντάξει και θα μπορούσε με θάρρος να ζητήσει να τον παντρευτεί καμιά.

Όταν πέρασε από την επιλογή, τον βρήκαν εντάξει και ήταν πολύ χαρούμενος και μόλις συνάντησε την Χαρούλα του Καράκουλακ, με καμάρι της είπε, ότι πέρασε από

την επιτροπή και τον βρήκαν εντάξει, βέβαια όλα αυτά τα είπε με νόημα, ότι ήταν εντάξει.

Κατά βάθος ονειρεύονταν μια μέρα να την ζητήσει από τον πατέρα της, αν και αμφέβαλε ότι δεν θα τον δέχονταν για γαμπρό τους.

Αλλά το στρατιωτικό ήταν αυτό που βάραινε, αν τον έβλεπαν ντυμένο φαντάρο μπορεί να άλλαζαν μυαλό και να τον δέχονταν.

Τέλος πάντων ήρθε και σ’ αυτόν η κλήση και με τα υπόλοιπα παιδιά από το χωριό κατετάγη στο πεζικό βοηθητικός.

Αυτό δεν το είπε σε κανέναν για ευνόητους λόγους και μετά την βασική εκπαίδευση στο Ηράκλειο στο στρατόπεδο του Κρατερού αποσπάστηκε στο Κιλκίς, στο στρατόπεδο του Καμπάνη, στο τρίτο τάγμα, του τρίτου συντάγματος, στον τρίτο λόχο, στην Τρίτη διμοιρία και στην Τρίτη ομάδα.

Διοικητή είχε τον ανθυπολοχαγό Βασίλη Τζιτζή και διμοιρίτη τον Μανώλη Παπουτσάκη.

Σχεδόν την θητεία του την έβγαλε στα μαγειρεία να καθαρίζει πατάτες και κρεμμύδια και κάθε Κυριακή έπαιρνε δίωρη να πάει κορίτσια, που είχαν τα σπιτάκια τους έξω από το στρατόπεδο.

Ποτέ του δεν πήγε στο χωριό ντυμένος φαντάρος και αυτό ο διοικητής του το είχε στα υπ’όψιν.

Όταν κόντεψε να απολυθεί η σειρά του, παρουσιάστηκε μια μέρα στο χωριό ντυμένος λοχίας.

Όλοι στο χωριό έμειναν άφωνοι και άρχισαν τα σχόλια, πώς και γιατί.

Το πρώτο που έκανε ο Στρατής να περάσει πολλές φορές από την γειτονιά της Χαρούλας, που τον κρυφοκοίταξε και δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια της.

Στο χωριό έμεινε μόνο μια μέρα και την άλλη μέρα έφυγε για την μονάδα του, που τον περίμενε ο λοχίας και να του φέρει την στολή του.

Διότι από την απουσία του και από την εξαφάνιση της στολής του Παπουτσάκη ήταν φώς φανάρι, ότι αυτός έκλεψε την στολή.

Το αναφέρανε στην διοίκηση και ομολόγησε, ότι πράγματι αυτός την πήρε την στολή για να την καθαρίσει, όπως του το ζήτησε ο λοχίας.

Αλλά επειδή είχε εξαφανιστεί για όλο το βράδυ, ο λοχίας υποψιάστηκε, ότι του την πήρε για να κάνει κάπου σε καμιά γκόμενα το κομμάτι του.

Στον διοικητή του συντάγματος είπε την αλήθεια, αλλά πάλι το παράπτωμα ήταν σοβαρό του ρίξανε δύο μήνες φυλακή.

Όταν γύρισαν όλα τα παιδιά από τον στρατό εκτός από τον Στρατή, όλοι απόρησαν και δεν μπορούσαν να βρουν μια δικαιολογία.

Μόνο ο Βασίλης ο Τζιτζής που υπηρετούσε στην ίδια μονάδα έλυσε το μυστήριο, λέγοντας, ότι ο Στρατής θα απολυθεί μετά δύο μήνες, διότι υπηρετεί φυλάκιση δύο μηνών για παραποίηση στολής.

Κρίμα, που το μυστικό το έμαθε και η Χαρούλα.

Βασίλης Τζιτζής

Σκάλα Καλλιράχης—Θάσος

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.