Του Βασίλη Τζιτζή, Σκάλα Καλλιράχης Θάσος

Ο Σούλης, βαφτίστηκε Αθανάσιος και έγινε χαϊδευτικό Σούλης και επειδή δεν γνώρισε πατέρα από μικρό παιδί και πέρασε όλα του τα χρόνια με στερήσεις και την καταφρόνια των χωριανών του, που για να επιζήσει έκανε και καμιά μικρό κλεψιά, του έμεινε το παρατσούκλι ο μπατίρης.

    Ο πατέρας του σκοτώθηκε στην Αλβανία και η μάνα του, χωρίς άντρα δεν μπορούσε να τον κουμαντάρει και όπως ήταν ζωηρούλης έκανε τις αρπαχτές του και γι’ αυτό είχε την φήμη του μπατίρη και του αλήτη.

    Στα γράμματα ήταν καλός, αλλά η μάνα του δεν είχε τα μέσα να τον στείλει παραπέρα και έτσι ο Σούλης ήταν μια μάστιγα για το χωριό του και ότι έχανε κάποιος κάτι το εύρισκε στην αυλή του Σούλη.

    Η αστυνομία του έκανε μερικές συστάσεις όσο ήταν ανήλικος, αλλά μετά ήταν συνέχεια φυλακή για κλοπές.

    Στρατιωτικό δεν πήγε, λόγω του ότι ήταν προστάτης οικογενείας και έτσι είχε ταράξει τα κοτέτσια του χωριού.

    Ένα επεισόδιο όμως με τον Ανδρέα, που τον έπιασε στο κοτέτσι του, του άλλαξε την ζωή από τη μια μέρα στην άλλη και ντροπιασμένος έφυγε από το χωριό και δεν έδωσε σημεία ζωής για πολλά χρόνια, μέχρι που τον ξέχασαν.

    Ποτέ δεν θα ξεχνούσε την χυδαία συμπεριφορά του κυρ Ανδρέα, που τον έβρισε με τα χειρότερα λόγια, ότι είναι ακαμάτης, τεμπέλης, τρακαδόρος και μπατίρης και να ξεχάσει την Αγγελική, που θα προτιμούσε να την σφάξει παρά να την δώσει σ’ αυτόν  σε έναν μπατίρη, σε έναν ψωριάρη.

    Και για πολλά χρόνια θυμόταν τις κλοτσιές του Ανδρέα, μέσα στο κοτέτσι όχι επειδή δεν μπορούσε να τον κάνει καλά, αλλά από ντροπή για την Αγγελική δεν σήκωσε χέρι.

    Πολλά χρόνια είχε στείλει ένα γράμμα στην Αγγελική, στην κόρη του Ανδρέα αλλά δεν πήρε απάντησε και απογοητευμένος δεν της ξαναέγραψε.

    Όταν έφυγε από το χωριό, τη μόνη δουλειά που μπορούσε να κάνει ήταν να κάνει τον καρβουνιάρη στα πλοία που δούλευαν με κάρβουνο.

    Όταν το καράβι έπιασε Αλεξάνδρεια, έφυγε από το καράβι και πήγε στην ελληνική εκκλησία και είπε την ιστορία του, ότι ήταν ορφανός και τα τέτοια και χωρίς πολλές κουβέντες κάποιος Γατσιάδης που είχε ένα ρολογάδικο και έκανε και τον σαράφη και όπως ήταν ατσίδας μπήκε στο νόημα της λίρας, τόσα την αγοράζεις τόσο την πουλάς και σε δυο χρόνια το αφεντικό τον έκανε συνέταιρο και σε δέκα χρόνια έγινε μεγάλος και τρανός.

    Όλοι υποπτεύονταν ότι έκανε βρώμικες δουλειές, αλλά το επίσημο κράτος τον είχε σε υπόληψη.

    Το τελευταίο γράμμα που πήρε από την μάνα του, ήταν πολύ  δυσάρεστα νέα, ο κυρ Ανδρέας είχε προσβληθεί από φυματίωση και ο κακομοίρης δεν είχε τα λεφτά να αγοράσει τις είκοσι στρεπτομυκίνες που κόστιζαν είκοσι λίρες Αγγλίας. Και το άλλο νέο ήταν ότι η Αγγελική δεν βρήκε κανέναν να τη ζητήσει, επειδή όλοι φοβούνταν, ότι θα είναι και αυτή φυματικιά σαν τον πατέρα της. Και το τελευταίο, ότι και η ίδια έχει πέσει και έσπασε τον γοφό της και την φροντίζει η Αγγελική. Τότε με έναν ναύτη από την Χαλκίδα, που τον ήξερε καλά ο Σούλης, του έδωσε είκοσι λίρες Αγγλίας και την διεύθυνση του χωριού του να τις πάει στον κυρ Ανδρέα και να τις δώσει στην κόρη του την Αγγελική, αλλά να μη πει από ποιόν ήταν οι λίρες.

     Πράγματι ο Σταμάτης πήρε τις λίρες και πήγε στο χωριό του και τις έδωσε στην Αγγελική, αλλά δεν της είπε από ποιόν ήταν.

     Πήγε και στην μάνα του Σούλη και της έδωσε και εκείνης μερικά δολάρια και πέντε λίρες και της είπε, ότι ο γιός της ήταν πολύ καλά στην Αίγυπτο σχεδόν ο πλουσιότερος έλληνας στην Αλεξάνδρεια.

     Όταν ο Ανδρέας πήρε τις λίρες στο χέρι του, κατάλαβε από ποιόν ήταν και πήγε αμέσως στην μάνα του Σούλη για να την ευχαριστήσει για την γενναιοδωρία του γιού της και εμμέσως, εμμέσως της είπε, ότι ο Σούλης, όταν ήταν στο χωριό γλυκοκοίταζε την Αγγελική, άραγε τι γνώμη να είχε τώρα.

    Δεν ξέρω τίποτα από αυτά κυρ Ανδρέα είπε η μάνα του Σούλη, ούτε και τίποτα μου έγραψε ο Σούλης και άμα νομίζεις, ότι τις λίρες τις έστειλε ο Σούλης, γράψε του ένα γράμμα να τον ευχαριστήσεις και μπορεί κάτι να γίνει, που την Αγγελική την έχω εγώ σαν παιδί μου, που με φροντίζει σαν την μάνα της και καλλίτερα.

    Πράγματι πήρε την διεύθυνσή του από την μητέρα του Σούλη και του έγραψε ένα ευχαριστήριο γράμμα για τις λίρες και τον αποκαλούσε και παιδί του.

    Για κάποιον περίεργο λόγο, ο Σούλης του έγραψε, ότι δεν έστειλε αυτός λίρες σε κανέναν και πόσο μάλλον στον Ανδρέα, που τον έδειρε στο κοτέτσι και τις θυμόταν ακόμη τις κλωτσιές.

    Το μυστήριο τράβηξε κάμποσο καιρό, μέχρι που πήρε γράμμα από τον Σούλη η μάνα του να πάει και να ζητήσει για λογαριασμό του την Αγγελική.

    Ο κυρ Ανδρέας όμως αρνήθηκε το συνοικέσιο, αφού βεβαιώθηκε, ότι δεν ήταν ο Σούλης που έστειλε τις λίρες  και έτσι έμειναν οι δύο νέοι χωρισμένοι.  Της μοίρας ήτανε γραφτό να πεθάνει η μάνα του Σούλη και στο εξάμηνο ο κυρ Ανδρέας και όλα αυτά τα έγραψε η Αγγελική στον Σούλη, που πήρε την διεύθυνσή του από την μητέρα του, όταν ζούσε. Στο γράμμα της Αγγελικής απάντησε ο Σούλης, ότι τώρα όπως ήρθαν τα πράγματα μπορούν να παραβιάσουν την μοίρα και να ενωθούν και δεν τον ενδιαφέρει καθόλου αν είναι φυματικιά ή όχι ή αν αυτός είναι ένας μπατίρης ή αλήτης.

    Η Αγγελική του έγραψε ένα πολύ συγκινητικό γράμμα, ότι από την στιγμή που της είπε ο πατέρας της, πως τον χτυπούσε μέσα στο κοτέτσι, από συμπόνια για το παιδί, το ερωτεύτηκε και δεν ήθελε κανένα προξενιό, που τις ήρθαν μερικά πριν διαδοθεί ότι είναι φυματικιά.

    Και ο Σούλης της έγραψε, ότι να ξέρει, ότι παντρεύεται έναν μπατίρη.

    Δέχεσαι;

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.