Τον παππού μου  τον αγαπούσα υπερβολικά, όχι για τι ήταν ο παππούς μου, αλλά επειδή ήταν, ένας ήρωας του αλβανικού μετώπου. Πόσες φορές δεν αποκοιμήθηκα στην αγκαλιά του, ακούγοντας τα κατορθώματα του ελληνικού στρατού, εκεί στα οχυρά του Μεταξά, στο Ρούπελ και στη Λύσσα.

     Ήξερα σχεδόν όλες τις λεπτομέρειες των μαχών, την λύσσα των γερμανών, που δεν μπορούσαν να κάμψουν την αντίσταση των ηρώων, του Ρούπελ.

     Και τι δεν χρησιμοποίησαν, ότι το καλλίτερο είχε να παρουσιάσει η πολεμική

βιομηχανία της Γερμανίας.

     Τι στούκας αεροπλάνα, καθέτου εφορμήσεως, τι τανκς, τι πυροβολικό, τι φλογοβόλα, τι επίλεκτες μονάδες πεζικού, την αφρόκρεμα του χιτλερικού πολεμικού μηχανισμού. Δεν τα κατάφεραν να σπάσουν την γραμμή άμυνας των ελληνικών συνόρων.

Τα αμυντικά έργα του Μεταξά, αποδείχτηκαν, πιο ανώτερα και από αυτά της γραμμής Μαζινό, που άντεξαν μόνο μια βδομάδα στην ορμή του γερμανικού στρατού. Στα οχυρά του Μεταξά, φάνηκε ή ιδιοφυία του ίδιου του Μεταξά, που αποφοίτησε από την πρωσική ακαδημία πολέμου, με άριστα σαν μηχανικός, και τα έργα όλα ήταν δικός του σχεδιασμός, πολύ πριν γίνει Κυβερνήτης της Ελλάδας.

     Σ’ αυτά τα οχυρά, υπηρέτησε την θητεία του ο παππούς μου και έζησε στιγμές άφθαστου ηρωισμού, και αυτοθυσίας, που μόνο οι έλληνες ξέρουν να δίνουν τέτοια παραδείγματα.

    Υπηρέτησε λέει στην ομάδα του λοχία του Ίτσιου και ένοιωθε πολύ υπερήφανος, που δέχτηκε τα συγχαρητήρια των γερμανών, μετά τη συνθηκολόγηση του στρατού της Ελλάδας, επειδή έσπασε το στενό της Κλεισούρας και οι γερμανοί βρέθηκαν στη Θεσσαλονίκη και το Ρούπελ στεκόταν ακόμη όρθιο και δεν εννοούσε να  παραδοθεί.

     Ήταν τόση η λύσσα των γερμανών, όταν ο διοικητής των οχυρών αρνήθηκε να τα παραδώσει, λέγοντας παλικαρίσια στον γερμανό διοικητή, τα οχυρά δεν παραδίνονται αλλά καταλαμβάνονται.

     Ο παππούς μου ομολογούσε, ότι ήταν γεμιστής πολυβόλου και όταν άρχισαν να λιγοστεύουν τα πυρομαχικά, έβαζαν μία, μία σφαίρα για να φτάσουν.

    Εκεί έλεγε ο παππούς, γνώρισε τις μεγαλύτερες στιγμές της ζωής του, όταν οι γερμανοί τους παρέταξαν και τους προσφώνησαν ήρωες, απαράμιλλοι των προγόνων τους, αλλά και το μίσος που ένιωσα για τους γερμανούς, που δεν μπόρεσαν να πάρουν το οχυρό και από την κακία τους, αφού συνεχάρησαν τον λοχία Ίτσιου, ο γερμανός διοικητής του έδειξε τους σκοτωμένους γερμανούς πάνω από διακόσιους και του είπε, όλους αυτούς εσύ τους θέρισες με το πολυβόλο σου.

     Ο Ίτσιου του απάντησε, δεν φταίω εγώ, εσείς ήρθατε εδώ να μας κατακτήσετε, εγώ απλώς έκανα το καθήκον μου, τότε έβγαλε το πιστόλι του ο διοικητής και τον πυροβόλησε.

     Αυτές τις στιγμές παιδί μου Βαγγέλη δεν μπορώ να τις ξεχάσω, μου έλεγε συχνά ο παππούς μου.

Πολύ το ήθελα να πήγαινα σε κείνα τα μέρη, που πολέμησε ο παππούς μου και να τον έβλεπα να ζει πάλι νοερά εκείνες τις μεγάλες στιγμές της ζωής του.

    Τα τρεχάματα μου, για σπουδές, για οικογένεια για σπουδές των παιδιών μου  δεν μου έδωσαν την ευκαιρία να πάω με τον παππού μου σε εκείνα τα μέρη και μόνο φέτος  κατάφερα να εξοικονομήσω λίγο χρόνο, αν και ο παππούς μου, είναι τώρα ενενήντα έξι χρονών, όταν του το είπα, γυάλισαν τα μάτια του από συγκίνηση και δεν έβλεπε την ώρα να βρεθούμε στο οχυρό το Ρούπελ.

     Φτάσαμε απογευματάκι και ρωτήσαμε για ξενοδοχείο, αλλά όταν οι χωριανοί άκουσαν ποιος ήταν ο επισκέπτης, σκοτώθηκαν, ποιος να τον πάρει φιλοξενούμενό του.

     Την άλλη μέρα, όλο το χωριό με τον παπά ανηφορήσαμε και αφού περιηγηθήκαμε το οχυρό, τις στοές, τις πολεμίστρες, τις αποθήκες, βγήκαμε έξω και περιηγηθήκαμε τους χώρους που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα της παράταξης, της προσφώνησης των γερμανών, που έλεγαν τους έλληνες στρατιώτες ήρωες, αντάξιοι των αρχαίων προγόνων τους.

     Ο παππούς είχε συγκινηθεί πολύ  και με δυσκολία κράταγε τα δάκρυα του και δυσκολευόταν να περπατήσει.

     Τον κράταγα και σιγά, σιγά βρεθήκαμε στον χώρο, που ο γερμανός διοικητής συνεχάρη τον λοχία Ίτσιου και μετά τον πυροβόλησε με το πιστόλι του.

     Με το ζόρι ο παππούς στεκόταν όρθιος και όταν φτάσαμε στον χώρο, που έπεσε νεκρός ο λοχίας, ο παππούς κάθισε κάτω και με το χέρι του ψαχουλευτά πήρε μια φούχτα χώμα και το φίλησε και μετά το έριξε πάνω στο κεφάλι του.

     Όλοι το είδαμε αυτό, αλλά δεν μπορούσαμε να το εξηγήσουμε τι ήθελε να παραστήσει ο παππούς με την πράξη του.

     Άρχισε ένα μουρμουρητό ανάμεσα  στους χωριανούς και τότε ο παπάς είπε στους χωριανούς, που τους είπε να κάνουν λίγη ησυχία, ότι με αυτόν τον τρόπο, ήθελε ο παππούς, το ίδιο χώμα και αυτόν να τον σκεπάσει, όπως τον λοχία Ίτσιο.

     Πραγματικά τον σκέπασε για πάντα ,διότι ο παππούς όπως ήταν καθισμένος δίπλωσε στα δύο και πέθανε εκεί.

     Οι χωριανοί ζήτησαν από μένα να τον αφήσω να τον θάψουν εκεί στο στρατιωτικό νεκροταφείο του οχυρού, πράγμα που το δέχτηκα, διότι πίστευα, ότι και ο παππούς μου δικαιούνταν μια θέση ανάμεσα στους ήρωες.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.