Του Βασίλη Τζιτζή, Σκάλα Καλλιράχης Θάσος

Εγώ ήμουν ο μόνος που είχα το όνομα του παππού μου από τριάντα έξι εγγόνια και γι’ αυτό με ξεχώριζε από τα άλλα τα εγγόνια του.

     Απ’ εναντίας η γιαγιά δεν έδειχνε κανένα ενδιαφέρον και όλο έλεγε δεν φτάνει που έχεις το όνομά του έχεις και τη χάρη του.

     Τι ακριβώς εννοούσε δεν ξέρω, αλλά υποθέτω, ότι μάλλον υπονοούσε, ότι και εγώ σαν τον παππού μου ήμουν πονηρός.

      Η αλήθεια είναι, ότι ο παππούς μου ήταν λίγο πονηρός, όχι με την κακή την έννοια, αλλά ήταν προσεχτικός και δεν εμπιστευόταν κανέναν σε τίποτα και άμα εύρισκε ευκαιρία, τελείως μεταξύ μας, δεν χαριζόταν την τράκα του την έκανε.

      Όταν ήμουν μικρός μου άρεσε να περνάω τα καλοκαίρια με τον παππού και την γιαγιά, διότι ήμουν ελεύθερος να κάνω ότι τρέλα μου κατέβαινε και ο παππούς πάντα με δικαιολογούσε, ότι ήμουν λίγο ζωηρός.

      Θυμάμαι έλεγε στην γιαγιά, καλλίτερα να είναι ζωηρός και να μην πιάνεται κορόιδο παρά μπουνταλάς και αχμάκης και να τον δουλεύουν όλοι.

     Είχαμε ν’ αρθούμε στην Ελλάδα πάνω από είκοσι χρόνια και πάντα νοσταλγούσα το σπίτι του παππού μου, που πάντα ήταν φροντισμένο, με τον ωραίο κήπο του και τα εκατοντάδες οπωροφόρα δέντρα, με ότι φρούτο μπορείτε να φαντασθείτε.

     Ο παππούς μου ήταν μερακλής και σχετικά μορφωμένος για την εποχή του, αφού οι περισσότεροι πρόσφυγες από την Μικρά Ασία, δεν είχαν πατήσει σχολείο, ενώ ο παππούς μου είχε πάει μέχρι τρίτη τάξη στο δημοτικό στην Προύσσα.

     Ήταν η τελευταία φορά που έβλεπα την γιαγιά, διότι ένα χρόνο μετά μας τηλεφώνησαν από την Ελλάδα, ότι η γιαγιά πέθανε.

      Μόνο ο πατέρας μου κατέβηκε από την Αμερική, για την κηδεία της μάνας του, που δεν την πρόλαβε, διότι στην Ελλάδα τους πεθαμένους τους θάβουν την άλλη μέρα.

      Τακτοποίησε τον παππού όσο καλλίτερα μπορούσε, παρακάλεσε την θεία Κερεκίτσα να του συμπαραστέκεται και γύρισε πίσω στην Αμερική στις δουλειές του.

      Το καλοκαίρι είχα την επιθυμία να κατέβω εγώ στην Ελλάδα, αφού είχα τακτοποιήσει τις εκκρεμότητες του γραφείου και αφού συνεννοήθηκα με τον ξάδερφό μου τον Κίμωνα από την Αυστραλία να ανταμώσουμε στην Ελλάδα.

     Δύο μήνες πριν κατέβω στην Ελλάδα, μας πήραν τηλέφωνο από την Ελλάδα  και μας είπαν, ότι ο παππούς έπαθε αλτσχάιμερ και ότι τα έχει χάσει και ότι δεν μπορεί να φροντίσει τον εαυτό του.

     Αφού συνεννοηθήκαμε όλα τα ξαδέρφια αποφασίσαμε να βάλουμε όλοι από ένα μικρό μερίδιο για την συντήρηση του παππού και όλοι συμφωνήσαμε να βρούμε μια γυναίκα να τον περιποιείται τον παππού.

     Ας είναι καλά τα ξαδέρφια μου, όλοι τους γενναιόδωρα πρόσφεραν για την υγεία του παππού μας, ότι μπορούσε ο καθένας.

     Ο Δημητρός φρόντισε και βρήκαν μια βουλγάρα, που θα τον φρόντιζε τον παππού όλες τις μέρες και θα έμενε στο σπίτι, με εξακόσια ευρώ το μήνα καθαρά.

     Εγώ δέχτηκα να πληρώνω τα μισά από αυτά και οι υπόλοιποι όλοι συμφώνησαν να πληρώνουν τα υπόλοιπα.

     Επειδή σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις πολλά μπορούν να γίνουν, είχα μια αμφιβολία ότι κάτι στραβό μπορεί να συμβεί στον παππού, γι’ αυτό όταν ήρθα στην Ελλάδα δεν πήγα κατ’ ευθείαν στο σπίτι του παππού, αλλά στης θείας Κερεκίτσας για να μάθω πώς είναι ο παππούς και άμα γνωρίζει τα παιδιά και τα εγγόνια του.

     Η θεία Κερεκίτσα, μια ανιψιά του παππού μου, μού είπε ο παππούς έπαθε μια αρρώστια που η επιστήμη την λέει αντίδρομη Ανάκρουση, που σημαίνει λέει, ότι ο παππούς νομίζει, ότι είναι μωρό και προσπαθεί από την αρχή να ξεκινήσει μια καινούρια ζωή και συμπεριφέρεται στην βουλγάρα σαν να είναι μωρό.

      Δεν μπόρεσα να βγάλω κανένα συμπέρασμα από τα λεγόμενα της θείας Κερεκίτσας και γι’ αυτό βάλθηκα μόνος μου να διαπιστώσω, τι είναι ακριβώς η αρρώστια του παππού μου, διότι άμα ο παππούς συμπεριφέρεται σαν μωρό θα τον εκμεταλλευτεί η βουλγάρα  και θα του τα φάει όλα.

      Παρακολούθησα κρυφά την βουλγάρα, αφού δεν με γνώριζε και όταν πήγε για ψώνια τρύπωσα στο σπίτι του παππού, χωρίς να με αντιληφθεί, διότι χάζευε στην τηλεόραση ένα παιδικό πρόγραμμα και κρύφτηκα στη μεγάλη ντουλάπα, εκεί που φύλαγαν τα παπλώματα και τις κουρελούδες.

      Σε μια ώρα περίπου γύρισε η βουλγάρα από την αγορά με τα ψώνια και αφού τα άφησε πάνω στο τραπέζι πήγε και χάιδεψε λίγο το κεφάλι του παππού και του είπε κό πράις μπε χούμπο μόμτσε;, εκείνος απάντησε με ένα γρυλισμό και είπε μάμ μάμ.

     Αμέσως η βουλγάρα έκοψε μια φέτα ψωμί, την πασάλειψε βιτάμ και την πρόσφερε στον παππού, που είπε αμέσως τσί τσί, τότε η βουλγάρα του έβαλε και μια φέτα ζαμπόν πάνω στο ψωμί του.

     Και αφού έφαγε όλη τη φέτα ο παππούς, είπε μπού μπού και η βουλγάρα του έδωσε με ένα παγουρίνο νερό στον παππού.

     Δεν μου ξέφυγε τίποτα, όλα τα έβλεπα και όλα τα άκουγα, διότι είχα αρκετό άνοιγμα στην ντουλάπα.

     Σε λίγο ο παππούς ανακάθισε στο μιντέρι, όπως το έλεγε τότε και είπε μέ- μέ και η βουλγάρα τον πλησίασε άνοιξε την μπλούζα της και του πρόσφερε το βυζί της.

     Άνοιξα τα μάτια διάπλατα να βλέπω καλλίτερα, διότι η χαραμάδα για κάποιον λόγο στένεψε και όταν είδα το χέρι του παππού μου να της χουφτώνει τον κώλο, τράβηξα σιγά σιγά την πόρτα της ντουλάπας, να μη βλέπω άλλο τι θα κάνει ο παππούς.

     Μισή ώρα περίπου πέρασε χωρίς να ακουστεί τίποτα άλλο και σιγά σιγά άνοιξα την ντουλάπα και είδα τον παππού να κοιμάται σαν μωρό.

     Δεν τον ενόχλησα καθόλου.

     Η βουλγάρα στον κήπο πότιζε τα λουλούδια και εγώ έκανα πώς εκείνη την ώρα ερχόμουν από έξω, ενώ έβγαινα από μέσα.

     Έβηξα, όπως γίνεται σε τέτοιες περιπτώσεις για να με ακούσει και πράγματι  με άκουσε και με ρώτησε, φυσικά βουλγάρικα, τι θέλει ο κύριος;

     Της εξήγησα ελληνικά, αλλά δεν κατάλαβε τίποτα, της τα είπα γερμανικά, εκεί έπιασα διάνα, διότι είχε κάνει δέκα χρόνια στην Γερμανία και της είπα, ότι εγώ είμαι ο Βασίλης ο εγγονός του παππού από την Αμερική, χάρηκε πολύ και με οδήγησε στον παππού.

     Ο παππούς μόλις είχε ξυπνήσει και καθώς έτριβε τα μάτια του, τα άνοιξε για να βεβαιωθεί, ότι εγώ ήμουν μπροστά του.

     Τέλος πάντων μετά τα πρώτα αγκαλιάσματα και τα φιλιά, φτάσαμε στο σημείο να τον ρωτήσω, αν ήταν ευχαριστημένος από την βουλγάρα.

     Ναι μου απάντησε, πολύ ευχαριστημένος.

     Στην αρχή δεν μπορούσαμε να συνεννοηθούμε, διότι εγώ δεν ξέρω βουλγάρικα, αυτή δεν καταλαβαίνει ελληνικά, αλλά στο τέλος με την γλώσσα των μωρών λύσαμε το πρόβλημα μας και περνάμε ζάχαρη.

     Ξέρεις, μου είπε ο παππούς, η μωρουδιακή γλώσσα είναι η μόνη γλώσσα που μπο-ρείς να συνεννοηθείς διεθνώς άνετα, συμφωνείς;

     Αμέ!

     Και όσο για την αρρώστα μου, ότι ξαναγυρίζω πίσω, άστον κόσμο να νομίζει, ότι πάσχω από αλτσχάιμερ, εγώ την δουλειά μου κάνω.

     Ήθελε να μου εξηγήσει περισσότερα, αλλά του είπα δεν χρειάζεται, διότι τα είδα και τα άκουσα όλα.

     Έμεινε με το στόμα ανοιχτό, μετά που του εξήγησα τι έκανα και μου είπε είσαι ο μόνος που μου μοιάζεις.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.