Ο τερματοφύλακας

0
14

Του Βασίλη Τζιτζή, Σκάλα Καλλιράχης Θάσος

Μετά από εξήντα χρόνια ανταμώσανε η Κατερίνα με τον Κωνσταντίνο και σαν δυο φίλοι καρδιακοί αγκαλιαστήκανε και άρχισαν να κλαίνε.

Ο κόσμος τους έβλεπε παράξενα και δεν μπορούσε να εξηγήσει τον λόγο, πως δυο γεροντάκια αγκαλιασμένοι στη μέση του δρόμου έκλαιγαν και πολλοί υπέθεταν, ότι μάλλον είναι αδέρφια και έχουν χρόνια να ανταμώσουν.

Κανείς δεν σκέφτηκε την αληθινή ιστορία, ότι ο Κωνσταντίνος αγαπούσε την Κατερίνα την γειτονοπούλα του, από το δημοτικό ακόμη, αλλά τα πράγματα ήρθαν έτσι, που η αγάπη τους δεν είχε αίσιο τέλος και αιτία ήταν ο αδερφός της Κατερίνας ο Αργύρης.

Να λοιπόν η ιστορία.

Εκείνα τα χρόνια στην Σιάτιστα ήταν καθιερωμένο το σχολικό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου, με τελικό αγώνα την ομάδα της έκτης τάξης εναντίον της μικτής από όλες τις υπόλοιπες τάξεις.

Ο δάσκαλος διάλεξε τον Κωνσταντίνο για τερματοφύλακα της μικτής, που πήγαινε στην τετάρτη τάξη, όπως και η Κατερίνα και για σέντερ φόρ τον Αργύρη τον αδερφό της Κατερίνας στην ομάδα της έκτης τάξης, που τελείωνε εκείνη τη χρονιά το δημοτικό.

Όπως κάθε χρόνο ο αγώνας αυτός αποτελούσε το γεγονός της χρονιάς και από τότε που καθιερώθηκε αυτός ο θεσμός, ποτέ δεν νίκησε η μικτή ομάδα, πάντα νικούσε της έκτης τάξης. Βέβαια ο έρωτας του Κωνσταντίνου ήταν μόνο στο  μυαλό του. Το ίδιο και ο έρωτας της Κατερίνας ήταν στο μυαλό της και το μόνο που κατάλαβε, ήταν από τις ματιές του Κωνσταντίνου, που ήταν διαφορετικές από των άλλων παιδιών. Σαν γειτονόπουλα μαζί ξεκίνησαν το σχολείο και μαζί πήγαιναν το πρωί και μαζί γύρναγαν στο σπίτι από το σχολείο και κατά σύμπτωση έπαιρναν τους ίδιους βαθμούς εννέα η δέκα. Η Κατερίνα δέκα στα ελληνικά, εννέα στην αριθμητική.

Ο Κωνσταντίνος δέκα στην αριθμητική εννέα στα ελληνικά.

Η Κατερίνα ήθελε να γίνει δασκάλα και ο Κωνσταντίνος μηχανικός.

Έλεγαν τα όνειρά τους και φαντάζονταν τους εαυτούς των, ταίρι στο σχολείο και ταίρι στη ζωή, αλλά ποτέ δεν εξομολογήθηκε ο ένας στον άλλον τον έρωτά του.

Ο Κωνσταντίνος πίστευε, ότι η Κατερίνα το καταλάβαινε, από τις ευγενικές κινήσεις του, διότι το ίδιο αισθανόταν και ο Κωνσταντίνος, όταν του άπλωνε το μαλακό χεράκι της η Κατερίνα να πηδήξει τον βράχο δίπλα στον δρόμο, που λες και το έκανε επίτηδες να πιάσει το χέρι του Κωνσταντίνου.

Θυμόταν η Κατερίνα, που μια φορά όταν έπεσε την πήρε αγκαλιά ο Κωνσταντίνος και της έπιασε και το πόδι, αν δει άμα χτύπησε.

Από νωρίς το  γήπεδο είχε γεμίσει για το μεγάλο αθλητικό γεγονός της Σιάτιστας, που σπάνια έβλεπε μεγάλους αθλητικούς αγώνες, εκτός από τους περιφερειακούς, που γίνονταν μια φορά το χρόνο στην Κοζάνη.

Όλη η Σιάτιστα ήταν εκεί και χειροκροτήθηκαν και οι δυο ομάδες, φυσικά από τους γονείς των παιδιών.

Διαιτητής ήταν ένας δάσκαλος και σχεδόν όλοι ήξεραν προκαταβολικά, ότι θα νικήσει η ομάδα της έκτης τάξης.

Και όμως τα πράγματα δεν ήρθαν έτσι και παρά την θέληση του δάσκαλου-διαιτητή, που σφύριξε και ένα πέναλτι είς βάρος της μικτής, αλλά ο τερματοφύλακας ο Κωνσταντίνος το απόκρουσε, το πέναλτι που χτύπησε ο Αργύρης ο αδερφός της Κατερίνας.

Δύο λεπτά είχαν μείνει για την κανονική διάρκεια του αγώνα και η μικτή σκόραρε με τον Γιαννάκη από την Πέμπτη τάξη.

Οι κερκίδες σηκώθηκαν στον αέρα και όλοι σφύριζαν, σαν να σάλαγαν τα πρόβατά τους και με τις γκλίτσες στα χέρια τους έκαναν σαν τρελοί, για τους μικρούς, που έτσι αποκαλούσαν την μικτή.

Ο δάσκαλος ο διαιτητής έδωσε και δεύτερο πέναλτι είς βάρος της μικρής, τελείως απαράδεκτο, αλλά πίστευε, ότι μπορεί να ισοφαρίσουν και να παίξουν την παράταση.

Το  πράγμα όμως πήρε άλλη τροπή και ο Θεόφιλος από την απάνω γειτονιά που ήταν φίλος του Κωνσταντίνου και ήξερε τα μυστικά του, του είπε εμπιστευτικά, ότι ο Αργύρης, που του είπανε τάχα, ότι την αγαπάει την Κατερίνα ο Κωνσταντίνος, έγι-νε τούρκος και είπε, ότι θα τον σκίσει τον Κωνσταντίνο και θα βάλει το γκολ ο Θεός ο ίδιος να κατεβεί. Βέβαια στις κερκίδες δεν μπορούσαν να το χωνέψουν το ανύπαρκτο πέναλτι και ούρλιαζαν και γι’ αυτό καθυστερούσε ο διαιτητής να ησυχάσουν για να εκτελεστεί το πέναλτι. Η αγωνία είχε κορυφωθεί και παρά το κρύο, οι κερκίδες είχαν πάρει φωτιά και οι παίκτες τουρτούριζαν από το κρύο και ιδίως ο Κωνσταντίνος που δεν μπορούσε να τρέξει σαν τους άλλους για να ζεσταθεί, εκείνη τη στιγμή κατέβηκε η μάνα του Κωνσταντίνου από τις κερκίδες να του ρίξει στην πλάτη του το σακάκι του πατέρα του, το άρπαξε η Κατερίνα και έτρεξε και το έριξε στην πλάτη του Κωνσταντίνου. Στο κεφάλι του Αργύρη άναψαν τα λαμπάκια του και πήγε στον διαιτητή και του είπε με θυμό να τελειώνουν αυτήν την κωμωδία και έκανε και κρύο. Πράγματι σε λίγο καταλάγιασαν οι κερκίδες και ο Κωνσταντίνος πήρε την θέση του κάτω από την εστία και περίμενε τον Αργύρη να βάλει το γκολ, για να κατεβεί και ο Θεός ο ίδιος να το χειροκροτήσει. Δεν ήταν όμως γραφτό, ο Αργύρης να βάλει γκολ, ήταν τόσο νευριασμένος, μετά που πέταξε το σακάκι στην πλάτη του Κωνσταντίνου η Κατερίνα, δεν χωρούσε αμφιβολία, αυτοί οι δύο τον κορόιδευαν. Αφού τακτοποιήθηκαν όλοι στις θέσεις τους, πήρε φόρα ο Αργύρης και με τη φόρα που πήρε έπιασε το παπούτσι του λίγο χώμα και η μπάλα πήγε στα χέρια του Κωνσταντίνου. Ξεσηκώθηκαν οι κερκίδες και μερικοί πήραν στον ώμο τους τον Κωνσταντίνο και τον γύρισαν σε όλη τη Σιάτιστα. Τι τα θες ο Κωνσταντίνος κέρδισε την τιμή του  αλλά έχασε την Κατερίνα, διότι από την στιγμή που απόκρουσε τα πέναλτι του Αργύρη, δέχτηκε γκολ το μίσος του να μη γίνει ποτέ κουνιάδος του. Αυτά έλεγαν οι αγκαλιασμένοι και έκλαιγαν, εγώ έγινα δασκάλα και εγώ μηχανικός.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.