Σαράντα επτά συναπτά χρόνια στη θάλασσα ο Καπετάν Βασίλης, έφυγε παλικαράκι από το χωριό του και γύρισε σχεδόν γεροντάκι, μετά από μισόν αιώνα, μάχη με τα κύματα, με τον εμπορικό μας στόλο.

Τις πρώτες κιόλας μέρες, όλα τα σχετικά με τη ζωή του στη θάλασσα μαθεύτικαν, ότι δηλαδή είχε τρείς γυναίκες σε τρείς διαφορετικές χώρες, έξι παιδιά δύο αγόρια και τέσσερα κορίτσια και τα λοιπά και τα λοιπά και έτσι βούλωσαν τα στόματα στο χωριό για περαιτέρω σχόλια και κουτσομπολιά. Όλοι ήξεραν ότι ο καπετάν Βασίλης είχε έναν σκύλο που τον φώναζαν Τσάρλυ, ότι ο καπετάνιος σχεδόν όλη τη μέρα ήταν μεθυσμένος από κονιάκ και κοντά σ’αυτόν και ο σκύλος του, που όλη μέρα ήταν δίπλα του, στο αριστερό το γόνατο, επειδή φοβόταν να μη πέσει κατά λάθος καμιά καρπαζιά, όταν σηκωνόταν ο καπετάν Βασίλης, μόλις άκουγε το μινόρε της αυγής σηκωνόταν, φώναζε ΌΠΑ έριχνε μια σφαλιάρα στα δεξιά μεριά του και αμέσως άκουγε τον Τσάρλυ να του κάνει ένα γάβ και ταυτόχρονα να πέφτουν και οι δύο, ένα κουβάρι στην πολυθρόνα, με πολύ προσοχή να μη χτυπήσει ο ένας τον άλλον. Αυτό γινόταν πεντέξι φορές  την ημέρα και όλοι στο χωριό πίστευαν ότι ο Τσάρλυ θα ήξερε και τα λόγια από το μινόρε της αυγής.

Και αν καμιά φορά εμφανίζονταν ο καπετάν Βασίλης με τον σκύλο στα καφενεία, όλοι έτρεχαν κοντά τους να θαυμάσουν τον Τσάρλυ, που μόλις άκουγε το ξύπνα μικρό μου κι’άκουσε, ένα μινόρε της αυγής, πεταγόταν επάνω τέντωνε τα  αφτιά του και κοίταζε προς τον καπετάνιο να δεί άμα σηκώνεται για να χορέψουν και πάταγε ένα ζωηρό γαύγισμα, ένα σκυλίσιο όπα.

Μετά από αυτό κάθισε ήσυχα ο καπετάνιος στη θέση του και ο Τσάρλυ χώθηκε ανάμεσα στα πόδια του, χουχουλώθηκε και έριξε έναν γερό ύπνο. Αυτό έγινε καμιά δεκαριά φορές σε όλο το διάστημα που ζούσε ο καπετάν Βασίλης στην Κουμπάλιστα.

Μετά δεκαπέντε χρόνια είχε γίνει ρουτίνα στο χωριό το γαύγισμα του Τσάρλυ και το μινόρε της αυγής. Ένα πρωί το γαύγισμα του Τσάρλυ δεν ήταν το συνηθισμένο, πολύ διαφορετικό από τα άλλα. Ήταν παραπονιάρικο και όταν παραβίασαν την πόρτα οι χωριανοί είδαν τον Τσάρλυ να γλείφει τον καπετάνιο για να τον κρατήσει ζεστό από την κρυάδα του θανάτου.

Μερικοί επέμεναν ότι τάχα τον είδαν δακρυσμένο.

Τέλος πάντων οι χωριανοί για να τιμήσουν τον μεγάλο άνθρωπο του χωριού τους παραχώρησαν τον καλλίτερο τάφο στον Αείμνηστο καπετάνιο τους και σχεδόν όλο το χωριό ήταν εκεί.

Επειδή ο μακαρίτης δεν είχε κανέναν κοντινό συγγενή, αναγκάστηκαν οι χωριανοί να μοιραστούν τα υπάρχοντά του, όπως γίνεται συνήθως στα χωριά και κοντά στα άλλα κάποιος έφερε και το πικάπ του καπετάνιου με τον δίσκο στη θέση του, το μινόρε της αυγής.

Κάποιοι άλλοι κουβάλησαν στα νεκροταφεία και τα πούρα του καπετάνιου και τα μπουκάλια κονιάκ όσα ήταν ακόμη γεμάτα και μοίραζαν στους χωριανούς πλαστικά ποτηράκια και πίνανε ν΄χει καλό Παράδεισο ο καπετάνιος.

Κάποιος που είχε σχεδόν μεθύσει έδωσε το ποτήρι του με το κονιάκ στον Τσάρλυ και εκείνος χωρίς να δώσει σημασία, αν ήταν ποτό η νερό ήπιε όλο το ποτήρι πλαταγίζοντας τη γλώσσα του. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε και το μινόρε της Αυγής, φαίνεται εκείνος που είχε το πικάπ έβαλε για τελευταία φορά να ακούσει ο καπετάνιος το αγαπημένο του τραγούδι.

Όλοι συγκινημένοι με δάκρυα στα μάτια έπαιρναν μια χούφτα χώμα τη φιλούσαν και την σκόρπιζαν πάνω στο φέρετρο του καπετάνιου. Όλοι όπως ήταν ένα γύρω από τον τάφο έκλαιγαν με λυγμούς σαν τον κοντινότερό τους συγγενή και ανάμεσά τους ο Τσάρλυ να γυρίζει από τον έναν στον άλλον και να

δέχεται τα συλλυπητήριά τους για τον καπετάνιο, που τον είχε, πατέρα, αδερφό και γιό.

Και τώρα ποιος θα νοιαζόταν γι’αυτόν; Τι θα γινόταν; Όλα αυτά τα έβλεπε ο Τσάρλυ και λυπημένος κοίταζε το κλειστό φέρετρο του καπετάνιου. Στην πραγματικότητα τους έφερε όλους η μηχανή του εκσκαφέα, που τους ειδοποίησε, ότι εδώ τελειώνει η πάνω από τον τάφο ζωή και αρχινάει η ζωή έν τάφω. Όλοι τρομαγμένοι οπισθοχώρησαν καθώς είδαν τον κουβά του εκσκαφέα πάνω από τα κεφάλια τους, γεμάτο χώμα, έτοιμος να τον αδειάσει στο άδειο μνήμα.

Πάνω σε κείνη τη στιγμή της αγωνίας, όλοι είδαν τον Τσάρλυ να γλιστρά και να πέφτει πάνω στο φέρετρο  του καπετάνιου και εκείνη την στιγμή ο εκσκαφέας να αδειάζει τον κουβά και να σκεπάζει το μνήμα με χώμα.Φωνές, κακό, αλαλαγμοί ακούστηκαν από όλους, ότι θάφτηκε και ο σκύλος ζωντανός, αλλά κανείς δεν μπορούσε να κάνει τίποτα, ήταν πολύ αργά για όλους. Όταν αραίωσαν όλοι, στο νεκροταφείο μείνανε μερικοί να σβήσουν τα κεριά και να κλείσουν την πόρτα της ζωής για τον καπετάνιο και τον σκύλο του, που πέθαναν μπροστά στο σπίτι της σε μια γωνιά και είπε στον διπλανό του, ότι είδε τον σκύλο να πηδάει μόνος του πάνω στο φέρετρο του καπετάνιου πρίν αδειάσει ο εκσκαφέας τον κουβά του.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.