Ο φίλος μου ο Ισμαήλ

0
16

Του Βασίλη Τζιτζή, Σκάλα Καλλιράχης Θάσος

Αυτή την ιστορία μου την διηγήθηκε ο πατέρας μου, όταν ήμουν μικρός και καθόμουν δίπλα του στη σούστα όταν πηγαίναμε στα χωράφια για δουλειά.

       Τότε στην παλιά Πατρίδα όπως αποκαλούσε την Τουρκία είχε ένα φίλο που τον έλεγαν Ισμαήλ και ήταν ορφανό από μάνα και από πατέρα και ζούσε στην ελληνική γειτονιά, επειδή δεν ήθελαν τον παππού του στην τούρκικη γειτονιά, επειδή τάχα ήταν Ιμάμης σουνίτης στο Κουρδιστάν τον τύφλωσαν και τον έδιωξαν από εκεί και βρέθηκε στο Σούσουρλουκ σε ένα προάστιο της Προύσας και συγκεκριμένα στην ελληνική γειτονιά. Οι τούρκοι δεν τον δέχτηκαν στη γειτονιά τους, επειδή ήταν Σουνίτης και τον έδιωξαν. Ο παππούς ήταν τυφλός και μόνο οι έλληνες τον φρόντιζαν αυτόν και τον Ισμαήλ. Ο Ισμαήλ ήταν ίδια ηλικία με τον πατέρα μου και ο μόνος που τον αγαπούσε από όλα τα ελληνόπουλα. Τις Κυριακές που ο πατέρας μου πήγαινε στην εκκλησία πήγαινε μαζί του και ο Ισμαήλ και έκανε το σταυρό του και κοντά στον πατέρα μου. που βοηθούσε τον ψάλτη έψελνε και ο Ισμαήλ και ήξερε όλες τις προσευχές καλλίτερα από πολλούς έλληνες.

     Έτσι πήρε η οικογένεια του πατέρα μου σαν ψυχοπαίδι τον Ισμαήλ και του αγόρασαν σαλβάρια και παπούτσια και φρόντιζαν και τον παππού του, που ήταν πολύ μορφωμένος, όπως έλεγε ο πατέρας μου και εξήγησε στον πατέρα μου και στον Ισμαήλ, ότι τίποτε το επιλήψιμο δεν υπάρχει που πηγαίνει ο Ισμαήλ στην εκκλησία και προσεύχεται στο ορθόδοξο Θεό.

     Ένας είναι ο Θεός για όλους και ο Μιχαήλ και ο Ισμαήλ είναι Άγγελοι του Θεού. Έτσι τα δυο παιδιά μεγάλωσαν σχεδόν σαν αδέρφια.

     Όταν όμως ο πατέρας μου έγινε δέκα έξι ήρθε η χωροφυλακή και είπε στον πατέρα του, έχεις ένα παιδί που το λένε Μιχαήλ και πρέπει να πάει στον στρατό.

    Ο πατέρας του πατέρα μου ξαφνιάστηκε με το νέο και εξήγησε στους χωροφύλακες, ότι έγινε μια ιστορία, ότι πριν από αυτό το παιδί είχε ένα άλλο με το όνομα Μιχαήλ που πέθανε και μετά τρία χρόνια γεννήθηκε αυτό και έτσι δεν πήγα να δηλώσω τον θάνατο εκείνου του παιδιού και την γέννηση αυτουνού.

    Τέλος πάντων οι χωροφύλακες τον πήραν τον πατέρα μου με το ζόρι και επειδή ήταν ανήλικος τον έστειλαν σε μια σχολή του ναυτικού για ηλεκτρολόγος.

    Για δύο χρόνια ο Ισμαήλ φρόντιζε για την οικογένεια του πατέρα μου σαν να ήταν στην θέση του πατέρα μου.

    Όταν απολύθηκε από το ναυτικό ο πατέρας μου τον πάντρεψαν με τη μάνα μου αλλά ο Ισμαήλ έμεινε στο σπίτι του παππού μου.

    Όταν η Ελλάδα έκανε απόβαση στην Σμύρνη και έφτασε ο ελληνικός στρατός στην Προύσα έκαναν το σπίτι του παππού μου έδρα της Μεραρχίας και κάποιος έλληνας στρατιώτης σκότωσε πάνω στο μεθύσι τον παππού του Ισμαήλ που τον φώναζα Ντεντέ, που θα πει παππούς και θα σκότωναν και τον Ισμαήλ αν δεν έλεγε, ότι είναι έλληνας και κάνει και σταυρό και ξέρει όλες τις προσευχές, το Πάτερ Ημών και το Πιστεύω και έτσι γλύτωσε και έφυγε για το Κουρδιστάν και έγινε αντάρτης.

    Ο πατέρας μου δραπέτευσε από το τούρκικο ναυτικό και πήγε εθελοντής στον Ελληνικό στρατό και τον έβαλαν στους φούρνους.

    Μια Κυριακή που οι φούρνοι δεν δούλευαν, όλοι είχαν βγει έξω, μόνο ο πατέρας μου έμεινε και έκλαιγε για τον θάνατο της κορούλας του δύο χρονών που την έλεγαν Γεωργία, δίπλα από τον σβησμένο κλίβανο.

     Όπως ήταν ξαπλωμένος τον πήρε ο ύπνος και εκείνη τη στιγμή ήρθε ένας λοχίας με δύο φαντάρους και τον ρώτησε αν έχει ψωμί.

     Ο πατέρας μου με εκείνη την προφορά του Μικρασιάτη έλληνα του απάντησε ντε έχει ψωμί.

     Τότε ο λοχίας έδωσε μια κλωτσιά στα πλευρά του πατέρα μου και τον έβρισε σήκω απάνω Τουρκόσπορε γαμώ την Παναγία σου και φέρε μου ψωμί.

     Τότε ο πατέρας μου άρπαξε ένα ξύλο από τον σωρό και χτύπησε τον λοχία στο κεφάλι και τον έριξε κάτω.

     Οι δύο φαντάροι το έβαλαν στα πόδια και εξαφανίστηκαν. Τότε ο πατέρας μου βγήκε έξω και άρχισε να φωνάζει για βοήθεια να πάρουν τον λοχία στο νοσοκομείο και ο ίδιος ομολόγησε στους τραυματιοφορείς, ότι τον χτύπησε

ο ίδιος.

     Την άλλη μέρα τον έβαλαν φυλακή και την Τρίτη μέρα έγινε το στρατοδικείο και καταδικάστηκε σε θάνατο με την αιτία, βιαιοπραγία.

     Δεν ήθελαν οι στρατοδίκες να ακούσουν τους λόγους και ορίστηκε η εκτέλεση σε μία βδομάδα αν πέθαινε ο λοχίας και ξανά στρατοδικείο άμα ζούσε και δύο φαντάροι για μάρτυρες, που δεν είχαν εντοπιστεί στο πρώτο στρατοδικείο.

    Όταν συνήλθε ο λοχίας από το κώμα και βρέθηκαν και οι δύο στρατιώτες ξανά έγινε το στρατοδικείο από την αρχή.

    Τότε ο πατέρας είπε, πως έγινε και χτύπησε τον λοχία.

–   Εμένα είπε ο πατέρας μου, όποιος γκαμάει Παναϊα μου, εγώ σκοτώνω.

–   Εγώ ήρθα στο ελληνικό στρατό να με σκοτώσουν εκείνοι που βρίζουν εμένα τον Ορθόδοξο, εγώ πεθαίνω για την Παναϊα και Ελλάντα, αλλά αφού είναι γραφτώ ας γίνει έτσι να με σκοτώσουν οι Έλληνες.

    Την σκηνή την περιέγραψαν οι δύο φαντάροι και αναβλήθηκε η δίκη για άλλη παράταση για την ποινή και τον ξανά έβαλαν στην φυλακή που ήταν σιδηροδρομικά βαγόνια.

     Μετά μια βδομάδα έσπασε το μέτωπο και άδειασε η περιοχή από τον ελληνικό στρατό και όλοι είχαν φύγει. Κανείς δεν σκέφτηκε τους φυλακισμένους. Ευτυχώς ένας εθελοντής έσπασε την κλειδαριά και απελευθέρωσε του φυλακισμένους και το έβαλαν στα πόδια.

     Μόλις βγήκαν από την Προύσα έπεσαν πάνω σε μια αντάρτικη ομάδα Κούρδων που έσφαζαν επί τόπου τον κάθε φαντάρο χωρίς δεύτερη κουβέντα.

     Όταν ήρθε η σειρά του πατέρα μου και σήκωσε ο Κούρδος το μαχαίρι να το μπήξει στο στήθος του πατέρα μου, έπεσε το μαχαίρι από το χέρι του και τον αγκάλιασε και άρχισε να κλαίει, αδερφέ Μιχαήλ, τι είναι αυτό που πάθαμε;.

     Τότε κατάλαβε ο πατέρας μου ποιος ήταν και τον αγκάλιασε και έκλαιγαν και οι δύο και είπε ο πατέρας μου πέθανε το κοριτσάκι μου και δεν μπόρεσα να βρεθώ στην κηδεία του.

     Τότε ο Ισμαήλ είπε στον πατέρα μου βγάλε αυτά τα στρατιωτικά ρούχα που φοράς και εγώ θα σου  δώσω άλλα να πάς με ασφάλεια μέχρι τη Σμύρνη και τον φίλησε σταυρωτά όπως ήταν η συνήθεια τότε στην Τουρκία και του είπε για σένα θα πω το Πάτερ Ημών.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.