Του Βασίλη Τζιτζή, Σκάλα Καλλιράχης Θάσος

Δεν ξέρω γιατί, αλλά ποτέ δεν ήθελα να είμαι ένας δικηγόρος ή ένας δικαστής.

Βέβαια ήθελα να έχω πολλά λεφτά και να κάνω καλή ζωή, αλλά σκεφτόμουν κιόλας, την αγωνία και την προσπάθεια των δικηγόρων να μηχανευτούν τις δικαιολογίες που θα χρειάζονταν για να πείσουν τους δικαστές, ότι ο πελάτης τους που είναι ο εγκληματίας, την πράξη του δεν πρέπει να την εκλάβουν ως πρόθεση κακίας, διότι τα κίνητρα δεν είναι αυτά που βλέπουν οι απλοί άνθρωποι και αμέσως φωνάζουν άρον, άρον σταύρωσον αυτόν και παίρνουν στο λαιμό τους έναν αθώον.

Γι’ αυτό πριν οι δικαστές πάρουν την απόφασή τους για την τιμωρία του ενόχου πρέπει να πάρουν την θέση του πριν το έγκλημα, μετά να κάνουν κατά τη γνώμη τους το έγκλημα, αφού γνωρίζουν εκ των προτέρων τι τιμωρία θα υποστούν και μετά νηφάλιοι να αποφασίζουν για την τιμωρία.

Βέβαια αυτός είναι ο ορθόδοξος τρόπος σκέψης δική μου και ενδεχομένως και του δικαστή.

Αλλά η διαδικασία απέχει πολύ από αυτήν που εγώ νομίζω σωστή, διότι άλλοι παράγοντες που εγώ ούτε να τους σκεφτώ δεν μπορώ μπαίνουν στο παιχνίδι που λέγεται δικαιοσύνη. Αν γίνονταν δημοψήφισμα για κάθε απόφαση των δικαστών, από τον λαό πριν από την απόφαση του δικαστηρίου η απόκλιση θα ήταν πολύ μεγάλη, διότι ο λαός σκέφτεται σαν και μένα και όχι σαν τον δικαστή.  Ο δικαστής όταν αποφασίζει για την τιμωρία δεν σκέφτεται εμένα, που θα υποστώ όλα τα βάρη, να πληρώνω τον αστυνομικό να κυνηγάει τον εγκληματία, να πληρώνω για το κτήριο και τους δεσμοφύλακες, να τον καλοταϊζω, να τον ποτίζω να φροντίζω για την καλή του υγεία του, αν και η δική μου είναι σε χειρότερη μοίρα και από πάνω να πληρώνω τους δικαστές να βγάζουν μια απόφαση, που με την επιείκεια τους είναι σαν να με καταδικάζουν εμένα.

Και το κακό είναι, ότι δεν μπορώ να βρω και δίκαιο, διότι η απόφαση του δικαστή είναι σύμφωνα με τους νόμους.

Άρα οι νόμοι είναι μάλλον αντιλαϊκοί, σύμφωνα με εμένα και τον κύριο Κουτσούμπα.

Και τους νόμους ποιοι τους κάνουν; φυσικά; οι πολιτικοί.

Ποιος πληρώνει τους πολιτικούς;

Φυσικά ο λαός, τότε για ποιόν δουλεύουν οι πολιτικοί; για τον λαό; ή τους εγκληματίες;

Εδώ δεν θα απαντήσω εγώ.

Απαντήστε μόνοι σας.

Τώρα έχουμε μια περίπτωση, κοντά στις χιλιάδες των περιπτώσεων, να εκτελούνε έναν μεγάλο-μεγάλο και η αστυνομία ψάχνει τους δράστες της ψυχρής δολοφονίας του Στεφανάκου. Αν δολοφονούσαν εμένα, η αστυνομία ούτε που θα νοιάζονταν.

Αλλά να δολοφονήσεις έναν Στεφανάκο, δεν είναι και λίγο, γι’ αυτό η αστυνομία ξεσηκώθηκε να βρει τους δολοφόνους.

Εκείνο που με παραξενεύει μέσα σ’ αυτόν τον κύκλο, είναι αν η αστυνομία πιάσει αυτούς τους δολοφόνους, θα τους συγχαρεί για την πράξη; τους ή θα τους κατσαδιάσει πώς τόλμησαν και σκότωσαν  έναν ευυπόληπτο εγκληματία;

Όπως και νάχει το πράγμα εγώ είμαι το θύμα, πάλι όλα σε μένα θα ξεσπάσουν να επιβαρυνθώ όλα τα έξοδα για το κυνηγητό, για την όπερα των δικαστηρίων για την ανακούφιση της κοινωνίας, ότι τα όργανα παίζουν τον ρόλο τους και εγώ χορεύω στον ρυθμό που μου επιβάλουν οι νόμοι.

Δυστυχώς και πάλι δυστυχώς.

Αυτός ο κύκλος αυτής της κατηγορίας είναι ο μικρός κύκλος, μέσα σε έναν μεγαλύτερο, των απατεώνων και αυτωνών σε ένα πιο μεγάλο των πολιτικών και η αιτία που μένουν ατιμώρητοι, είναι ότι δεν υπάρχει νόμος να τιμωρεί τους απατεώνες, που δεν έκλεψαν το κράτος, εμένα λήστεψαν και συνεχίζουν να κλέβουν με τις περικοπές που κάνουν για να βολεύονται αυτοί που τους πληρώνω και από πάνω κλέβουν.

Πάντως κατά τα άλλα είμαστε μια Δημοκρατική χώρα με ευνοϊκούς νόμους για τους απατεώνες και γι’ αυτό είμαστε στην πρώτη θέση προτίμησης όλων των καθαρμάτων.

Βέβαια ντρέπομαι να είμαστε η προτιμητέα χώρα από απόψεως εγκληματικού τουρισμού, αλλά κοντά στα τόσα καλά του γενικότερου τουρισμού, μια νότα παραπάνω δεν βλάφτει.

Όπως είδατε ο τίτλος του κειμένου λέει τα λύτρα.

Ξέρετε ποια λύτρα εννοώ;

Να ψηφιστεί ένας μόνο νόμος.

Ή ένοχος ή αθώος,

Ο αθώος πάει σπίτι του, αλλά δεν θα ξανακάνει άλλο έγκλημα, επειδή ξέρει ότι ο ένοχος θα χάσει όλα τα κλοπιμαία και τα άλλα που έχει, διότι δεν θα του χρησιμέψουν πλέον σε τίποτα, διότι το υπόλοιπο της ζωής του θα το περάσει στη φυλακή, για να σιτίζεται με τα δικά του λεφτά, διότι εγώ δεν μπορώ πλέον να τον ταΐζω, διότι από το κλέψιμο δεν έμεινε τίποτα για αυτόν, ούτε για μένα.

Αυτό λέει και η παροιμία κλέψε για να ζήσεις στη φυλακή.

Τα ίδιο ισχύει και για τους φοροφυγάδες και τους πάσης φύσεως απατεώνες.

Αν δεν κάνουμε έτσι θα πεθάνουμε πρώτοι εμείς και μετά οι έγκλειστοι στις φυλακές.

Για να μην πάνε άδικα οι κόποι των απατεώνων πρέπει να δημευτούν μέχρι τελευταίας δεκάρας οι περιουσίες και να αποδοθούν στον λαό, από εκεί που εκλάπησαν.

Πρέπει πάση θυσία να μαζέψουμε τα λύτρα για να λυτρωθούμε, διότι ο κόμπος έφτασε στο χτένι και η θηλιά παραέσφιξε.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.