Του Βασίλη Τζιτζή, Σκάλα Καλλιράχης Θάσος

Καλά λένε τα ράσα δεν κάνουν τον παπά, κι όμως εγώ πήγα να διαψεύσω την ρήση.

Δούλευα σε έναν περιοδεύοντα θίασο και υποδυόμουν των Παλαιών Πατρών Γερμανό, επειδή είχα μούσι, είχα και κάτι ράσα του παππού μου, ήταν ότι έπρεπε για το ρόλο μου.

Νομίζω είχα πεταχτεί μέχρι το περίπτερο να αγοράσω τσιγάρα, όταν ένα ταξί φρέναρε μπροστά μου και απαίτησε σχεδόν με το ζόρι να πάω στο νοσοκομείο των ΑΧΈΠΑΝΣ, για να μεταλάβω έναν ετοιμοθάνατο.

Τους εξήγησα ότι εγώ δεν ήμουν κανονικός παπάς, αλλά αυτοί δηλαδή το αντ- ρόγυνο στο ταξί νόμισαν, ότι προσπαθούσα να αποφύγω την παράκληση και με το ζόρι με τράβηξαν στο ταξί και φτάσαμε στο νοσοκομείο.

Τους εξήγησα, ότι στον θίασο υποδύομαι τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, αλλά αυτοί ήταν ανένδοτοι σαν τον Παπανδρέου και μου είπαν, ότι θα μου πληρώσουν το μεροκάματο.

Φυσικά εγώ δεν είχα σκεύη μεταλήψεως, αλλά αυτοί επέμεναν να χρησιμοποιήσω την κανάτα του νοσοκομείου, όσο για λίγο κρασί φρόντισε μια νοσοκόμα, που δεν κατάλαβε, ότι είμαι παπάς μαϊμού.

Πήγαμε στον θάλαμο  του ασθενούς, ο οποίος μόλις με είδε έσμιξε τα φρύδια του και με αγριάδα με ρώτησε τί θέλεις εδώ;

Ομολογώ, ότι βρέθηκα σε δύσκολη θέση, διότι ποτέ δεν είχα βρεθεί αντιμέτωπος με ετοιμοθάνατο και εκείνη τη στιγμή κατάπια την γλώσσα μου και δεν ήξερα τι να κάνω.

Ευτυχώς η κυρία που ήταν στο ταξί, του είπε, πατέρα είναι ο παπάς της ενορίας του νοσοκομείου και έρχεται συχνά εδώ για να εξομολογήσει τους ασθενείς, μην τον αγριεύεις και πάρε την ευλογία του, άνθρωποι είμαστε πρέπει να είμαστε ευγενικοί ο ένας στον άλλον και άμα θέλεις, καλό θα ήταν να μεταλάβεις, ευκαιρία είναι στη ζωή σου να πάρεις και συ μια μετάληψη για πρώτη φορά. Κάπως ηρέμησε ο πατέρας και ακούμπησα το χέρι μου πάνω στο κεφάλι του και άρχισα να λέω κομμάτια από τον ρόλο μου στο έργο.

Του μίλησα όσο ήρεμα μπορούσα και αυτό με βοήθησε να δεχτεί να τον μεταλάβω και του είπα καλό θα ήταν να εξομολογηθεί. Δέχτηκε με μεγάλη προθυμία και τότε παρατήρησα, ότι φαινόταν σαν να είχε πάθει τρακ από την αγωνία του, που θα μου έλεγε τα μυστικά της ζωής του. Είπα στην κόρη του να αδειάσει η αίθουσα, όπως και έγινε και αφού τον σκέπασα με μια  μεγάλη πετσέτα το κεφάλι του, άρχισα να λέω το Πάτερ Ημών και ότι άλλες προσευχές ήξερα και του είπα, αυτή τη στιγμή είσαι ενώπιον του Κυρίου και άσε τον εαυτό σου στα χέρια μου, που αγγίζουν το ρούχο του Θεού. Ξερόβηξε και άρχισε σιγά, σιγά να μου λέει πόσο ταλαιπώρησε την μακαρίτισσα τη γυναίκα του και πόσο δίκαιο είχε η καημένη. Για όλα που τον κατηγορούσε ήταν αλήθεια, αυτός έφταιγε για όλα, όσο για  τον κουμπάρο του, που τον έδειρε, επειδή είπε στη γυναίκα ότι την αλήθεια, ότι πήγαινε με άλλες γυναίκες ζητάει συγχώρεση. Μου είπε και πολλά άλλα πράγματα, που δεν μπορώ να τα πω, λόγω επαγγέλματος και μετά από δύο ώρες, όταν τράβηξα την πετσέτα από το κεφάλι του ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα. Λαχανιασμένος δέχτηκε την θεία μετάληψη και ανακουφισμένος μου είπε να μην πω από όλα όσα άκουσα από τον ίδιο, στην κόρη του. Όταν τελείωσα το μυστήριο και παρέδωσα την κανάτα στην κόρη του, αισθάνθηκα ένα χέρι να βάζει κάτι στην τσέπη μου. Όπως κατέβαινα τις σκάλες μέτρησα τα λεφτά που μου έδωσε η κόρη του και ήταν δύο κατοστάρικα, αληθινά πράσινα, που είχε δύο χρόνια να δω κατοστάρικο. Στη δουλειά μου πληρωνόμουν, όταν είχαμε κόσμο είκοσι πέντε ευρώ μεροκάματο και εκείνο δεν ήταν ταχτικό. Λίγο το φαί, λίγο το κινητό, λίγο τα τσιγάρα, δεν περίσσευε τίποτα για αύριο και έμενα όλο χρεωστής. Το πράγμα το σκέφτηκα καλλίτερα, μέσα σε δύο ώρες κέρδισα οχτώ μεροκάματα του θιάσου, για να εξομολογήσω κάποιον και να τον μεταλάβω, άρα το πράγμα είχε ψωμί. Ειδοποίησα τον θίασο να βρουν άλλον Παλαιών Πατρών Γερμανό, εγώ τακτοποιήθηκα στο νοσοκομείο και ευκαιρίας δοθήσης θα επισκέπτομαι και άλλα νοσοκομεία της περιοχής, τα οποία δεν έχουν μόνιμο παπά. Βέβαια μερικοί θα πουν, ότι είναι αμαρτία, αλλά μπροστά στις αμαρτίες αλλωνών η δικιά μου είναι ένα ψίχουλο.

Και αν με πιάσουν καμιά φορά θα πω την αμαρτία μου και πρέπει να με συγχωρέσουν, διότι ο Θεός το μόνο που θέλει, είναι να παραδεχτείς ότι αμάρτησες και δεν θα το ξανακάνεις. Αν το ξανά κάνεις, ξανά ζητάς συγχώρεση, τζάμπα είναι.

Συμφωνείτε; Ότι τα ράσα δεν κάνουν τον παπά;

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.