Το αλέτρι

0
17

Του Βασίλη Τζιτζή, Σκάλα Καλλιράχης Θάσος

Ήδη από το δεύτερο τρίμηνο γνώριζα, ότι θα μείνω στάσιμος στην Πέμπτη τάξη λόγω απουσιών, σύμφωνα με μια εγκύκλιο που είχε έρθει από το Υπουργείο πριν από τα Χριστούγεννα, που έλεγε, ότι όσοι μαθητές έχουν πάνω από διακόσιες πενήντα αδικαιολόγητες  απουσίες θα μένουν στάσιμοι. Εγώ είχα διακόσιες πενήντα δύο πριν τις διακοπές των Χριστουγέννων και έτσι το πήρα απόφαση να διακόψω το σχολείο, δηλαδή την Εμπορική Σχολή της Δράμας.

Μία βδομάδα πριν το τέλος της σχολικής χρονιάς, ο μεγάλος μου αδερφός πήγε στο σχολείο για να ρωτήσει για την πρόοδό μου. Φυσικά και του εξήγησαν, ότι μένω στάσιμος λόγω απουσιών και κρίμα, που είχα και καλούς βαθμούς.

Ο αδερφός μου δεν μου είπε τίποτα, ούτε και εγώ το είπα στην οικογένεια, ότι έμεινα στάσιμος, αλλά την άλλη μέρα το πρωί, που ήρθα από την Δράμα στο χωριό με ξύπνησε νωρίς και με βάναυσο τρόπο μου είπε, σήκω και ετοιμάσου για το χωράφι. Μου φάνηκε πολύ παράξενη η συμπεριφορά του αδερφού μου, χωρίς να ξέρω, ότι είχε πάει στη σχολή και έμαθε, ότι έμεινα στάσιμος από απουσίες. Ήταν και ο ίδιος πολύ νευριασμένος, αλλά η συμπεριφορά του, ήταν πολύ βάναυση, λες και με προκαλούσε να τσακωθούμε. Έδεσε την δαμάλα στο κάρο, έβαλε το αλέτρι και τα υπόλοιπα σύνεργα στη σούστα και κινήσαμε για το μεγάλο χωράφι, στην περιοχή της Πατίνας.

Στο μυαλό μου δεν χωρούσε, γιατί δεν πήραμε και την γριά γελάδα για να κάνουμε ζευγάρι για όργωμα και πήρε μόνο τη δαμάλα, που ήταν κόρη της γριάς γελάδας. Όπως ταίριαζε τα σύνεργα για το όργωμα και τον έβλεπα όλος νεύρα, τον ρώτησα, τι έχεις σήμερα; και είσαι έτοιμος για καυγά. Πολλά και διάφορα, μουρμούρισε με σφιγμένα δόντια. Όταν έβαλε την δαμάλα στον ζυγό, δεν μπορούσα να σκεφτώ, πως θα έκανε ζευγάρι, χωρίς άλλη γελάδα στην αριστερή μεριά. Στην ερώτησή μου, γιατί δεν πήρε την γριά γελάδα, μου είπε θυμωμένος, ότι η γριά γελάδα δεν έχει άλλο ζωή, σήμερα αύριο θα μας αφήσει χρόνους.

Τότε σκέφτηκα σίγουρα θα βάλει το άλογο στην θέση της γριάς γελάδας. Ούτε και αυτό έκανε, απεναντίας  μπήκε ο ίδιος στην θέση της γριάς γελάδας και μου φώναξε, πιάσε το αλέτρι και ίσιες αυλακιές. Ομολογώ, ότι τίποτα δεν καταλάβαινα από όλα αυτά και θέλοντας και μη έπιασα το αλέτρι και φώναξα στην δαμάλα να ξεκινήσουμε. Οι δυο τρείς πρώτες αυλακιές δεν ήταν ίσιες, αλλά οι άλλες ήταν στο αλφάδι, αλλά το δεξί μου χέρι έβγαλε φουσκάλες, από το να  τραβάω συνέχεια το αλέτρι να είναι στην ευθεία ανάμεσα στην δαμάλα και στον αδερφό μου.

Όταν παραπονέθηκα στον αδερφό μου, ότι το δεξί μου χέρι έβγαλε φουσκάλες, μου είπε, έλα εσύ στο ζυγό και θα οργώνω εγώ. Ήταν μια στιγμή στη ζωή μου, που ποτέ δεν πέρασε από το μυαλό μου να μπω στον ζυγό, σαν υποζύγιο και για μια στιγμή πέρασε από το μυαλό μου να αρνηθώ τη διαταγή του αδερφού μου.

Μόλις φτάσαμε στην μια άκρη σταματήσαμε και βγήκε από τον ζυγό και έβγαλε και την δαμάλα να βοσκήσει λίγο, μέχρι να την ξαναβάλουμε στον ζυγό. Κάθισε κάτω στο νοτισμένο χώμα και βγάζοντας τα τσιγάρα του από το σακάκι, μου είπε έλα να καπνίσουμε ένα τσιγάρο και να τα πούμε λίγο.

Ξαφνιάστηκα, που μου είπε να καπνίσουμε, αλλά μετά σκέφτηκα, ότι μάλλον από την σχολή θα του το είπαν, ότι καπνίζω και ξενυχτάω και δεν πατάω στο σχολείο. Κάθισα δίπλα του και πήρα ένα τσιγάρο από το πακέτο του και μου το άναψε με το τσακμάκι του.

Για αρκετή ώρα κανείς μας δεν έβγαλε τσιμουδιά και όταν τον είδα να δακρύζει έγειρα στην αγκαλιά του και από ένστικτο κατάλαβα τον λόγο των δακρύων του. Τότε με αγκάλιασε και ανάμεσα στα δάκρυα του, μου εξομολογήθηκε, ότι τα ξέρει όλα, ότι πήγε στην σχολή και ότι του τα είπαν όλα και μου άνοιξε την καρδιά του, ότι σε μένα είχε όλες τις ελπίδες του, να μη γίνω και εγώ επί πλέον βάρος στη ζωή του, διότι φρόντιζε για όλους στην οικογένεια του πατέρα του.

Ο μεγάλος παντρεύτηκε, δεν πήγαν καλά τα πράγματα, έχουν παιδάκι και εγώ φροντίζω να μη τους λείψει τουλάχιστον το φαγητό, δουλεύω όλη μέρα στο καφενείο και όλη νύχτα στα χωράφια και τις Κυριακές θερίζω τριφύλλι και ποτίζω καλαμπόκια για μένα δεν μένει ούτε μία μέρα να σκεφτώ τι θα απογίνω.

Μια ελπίδα είχα σε εσένα, ότι τουλάχιστον εσύ, δεν θα μου ήσουν βάρος, τώρα έχω και εσένα και τον αδερφό σου τον φυματικό να σας φροντίζω σαν πατέρας, διότι ξέρεις πολύ καλά, ότι ο μπαμπάς δεν ξέρει γράμματα και όλη μέρα παιδεύεται με την τσάπα στον μπαχτσέ και όλα τα βάρη της οικογένειας έπεσαν πάνω μου και με έχουν τσακίσει.

Άρχισα και εγώ να κλαίω και δεν μπορούσα να συγχωρέσω τον εαυτό μου για την βλακεία μου να μείνω στάσιμος από απουσίες και θυμωμένος σηκώθηκα, πήγα έπιασα την δαμάλα και την έζεψα στη δεξιά και στην αριστερή μεριά μπήκα εγώ στον ζυγό και φώναξα στον αδερφό μου έτοιμος.

Ήρθε και με έβγαλε από τον ζυγό και μου είπε δεν σε φανταζόμουν για ζυγό, άλλα όνειρα είχα για σένα.

Αυτά είναι για μένα, που με τιμώρησε η μοίρα να μείνω στα χωράφια και προκοπή να μη βλέπω.

–    Αρκετά κατάλαβες σήμερα τι σημαίνει αγροτική ζωή και τι θα σημαίνει αν μάθεις γράμματα.

Εκείνη η μέρα ήταν το συμβόλαιό μου με τους δικούς μου, συνέχισα τις σπουδές μου και δεν τους ταπείνωσα άλλο.

Τελείωσα τις σπουδές μου στην Βιέννη και όταν έπιασα δουλειά στου Μποδοσάκη και ερχόταν συχνά ο αδερφός μου να με επισκεφτεί και ένιωθε διπλή υπερηφάνεια που κατάφερε να φύγει  από τα χωράφια και τον ζυγό και με έβλεπε ταχτοποιημένο σε ένα γραφείο πολυτελέστατο στις επιχειρήσεις του Μποδοσάκη, Αμαλίας 20, στην καρδιά της Αθήνας.

Τα δάκρυα του Παναγιώτη έπιασαν τόπο στην καρδιά μου.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.