Του Βασίλη Τζιτζή, Σκάλα Καλλιράχης Θάσος

Διαβάζοντας κανείς τον Κορδάτο, ιδίως το μεγάλο του έργο ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ, μαθαίνει πολλά πράγματα για την θρησκεία μας.

Βέβαια δεν κάνω κριτική και δεν έχω καμία πρόθεση να θίξω κάτι από τις δοξασίες της εκκλησίας μας, απλώς σχολιάζω την αφέλεια μερικών πιστών των θρησκειών να ονειρεύονται με λιγότερες, εννοώ με λιγότερες θυσίες να πάνε  τον Παράδεισο, όπως το σκέφτομαι και εγώ.

     Εκεί στο χωριό μου στην Κουμπάλιστα, ζούσε με τη γυναίκα του την Σουλτάνα, άνθρωπος θρήσκος και όλως περιέργεια για την μέλλουσα ζωή, άλλο τίποτα δεν έκανε από το να ρωτάει τον έναν και τον άλλον πως είναι η ζωή στον Παράδεισο και τι χρειάζεται ο άνθρωπος να πάει στον Παράδεισο.

      Είχε ακούσει τόσα πολλά και σαν αφελής που ήταν τα πίστευε και όλα τα εφάρμοζε και γι’ αυτό είχε προστριβές με τη γυναίκα του, που μοίραζε τη σοδειά του στους φτωχούς του χωριού και ο λόγος που δεν απόκτησαν παιδιά, ήταν η σεξουαλική του αποχή από τα συζυγικά του καθήκοντα, λόγω βαθέως θρησκευτικού αισθήματος, αλλά κατά βάθος, που ήθελε να πάει στον Παράδεισο.

    Ποτέ του δεν δοκίμασε λάδι Τετάρτη και Παρασκευή, κράτησε όλες τις νηστείες και για να είναι σίγουρος και τις παραμονές των μεγάλων εορτών και του κάθε Αγίου την ημέρα που διάβαζε στο ημερολόγιο με τα στιχάκια, φυσικά και έκανε και την σχετική σεξουαλική αποχή.

    Και πάλι δεν ήταν σίγουρος και κάθε φορά που του δινόταν η ευκαιρία να συναντήσει έναν καινούριο παπά, το πρώτο πράγμα που ήθελε να βεβαιωθεί πως πάει ο Παράδεισος και πώς πηγαίνουν εκεί από τον συντομότερο δρόμο.

    Έτυχε τότε στα μέρη μας να τριγυρίζει ένας καλόγερος ονόματι αδερφός Ιωακείμ που είχε λέει έρθει από το Άγιον Όρος και έκανε λέει και θαύματα.

    Μερικοί που τον συνάντησαν του είπαν να πάει στο σπίτι του Ανέστη, που ήταν ο πιο θρήσκος του χωριού και ευχαρίστως θα τον φιλοξενούσε.

    Πράγματι όταν χτύπησε ο καλόγερος την πόρτα του, τού άνοιξε ο ίδιος ο Ανέστης και το πρόσωπό του φωτίστηκε από  μια λάμψη, που στο πρόσωπο του καλόγερου θα θα εύρισκε λύση για όλα τα θρησκευτικά προβλήματα που τον απασχολούν, για την επίγεια και ουράνια ζωή.

    Με χαρά είπε στη γυναίκα του θα φιλοξενήσουν έναν καλόγερο από το Άγιον Όρος.

     Στραβομουτσούνιασε εκείνη, αλλά ο Ανέστης της εξήγησε, ότι είναι μεγάλο πράγμα να φιλοξενείς άνθρωπο, πόσο μάλλον ένα άνθρωπο του Θεού, από τον οποίον θα πάρεις ένα σωρό ευχές και μπορεί και να μας στείλει και ένα παιδί ο Θεός.

     Έτσι ο αδερφός Ιωακείμ βρήκε μια στέγη στην Κουμπάλιστα να κηρύξει τον λόγο του Θεού στους πιστούς σαν τον Ανέστη και να τους κάνει λιανά, τις εκτάσεις του Παραδείσου, τα ποτάμια και τα βουνά και τα ζώα και τα πτηνά και τα ψάρια ακόμη.

    Ο Ανέστης έστρωσε ένα πολύ ωραίο τραπέζι στον αδερφό Ιωακείμ και η Σουλτάνα έπεσε με τα μούτρα να τον περιποιηθεί τον αδερφό με τα καλλίτερα φαγητά της και τα κεσκέκια της.

    Σε μια στιγμή ρώτησε ο αδερφός μήπως έχεις λίγο κρασάκι να βρέξω το λαρύγγι μου, επειδή εμείς εκεί στον Άγιον Όρος έχουμε μπόλικο κρασί.

    Και εγώ βάζω κρασί είπε ο Ανέστης, αλλά το κάνω ξύδι, επειδή το έπιναν οι αρχαίοι, το πράγμα του διαβόλου.

    Δεν είναι καθόλου του διαβόλου είπε ο καλόγερος, ακόμη και ο Ιησούς το ευλόγησε.

     Τότε να κοιτάξω, μήπως ακόμη δεν έγινε ξίδι να σου δώσω μια κανάτα.

      Το δοκίμασε ο καλόγερος και το βρήκε, ότι μόλις αρχίζει να γίνεται ξίδι, αλλά πίνετε ευχάριστα και είναι στα γράδα του.

     Και μετά με το κρασάκι λύθηκε η γλώσσα του Ανέστη και άρχισε να ρωτάει τον αδερφό για τον Παράδεισο.

     Είναι όπως τον λένε αδερφέ, μεγάλος και ωραίος σαν τον μπαχτζέ, να πούμε του Τζιτζή;

–   Απέραντος του είπε ο καλόγερος, δεν έχει άκρη και ότι μέρος θέλεις του είπε ο καλόγερος που μπήκε στο νόημα τί ήθελε να ακούσει ο Ανέστης.

–    Έχει ποτιστικά για μπαχτζέδες, έχει τσαίρια για καπνά μπασίμπαγλι, έχει βοσκοτόπια και τι δεν έχει.

     Άνοιξε η καρδιά του Ανέστη που ονειρεύονταν ένα ποτιστικό μπαχτσέ σαν του Πεχλιβάνταη στη γέφυρα του Αγγίτη.

–    Είπες έχει και ποτάμια ε!

–    Και βέβαια, ότι ποτάμια θέλεις, μικρά μεγάλα, πλωτά με καταρράκτες.

–    Και πώς περνάνε τα πλοία από τους καταρράκτες; Ρώτησε ο Ανέστης τον καλόγερο.

–    Πετάνε, του είπε ο καλόγερος χωρίς να σκεφτεί την απορία του Ανέστη.

     Και ο Ανέστης δεν είπε τίποτα, επειδή στον Παράδεισο μπορεί να ισχύουν άλλοι νόμοι και είναι αμαρτία να  αμφιβάλλει κανείς για τα έργα του Θεού.

     Ο Ανέστης είπε στον καλόγερο, ότι νομίζει, ότι είναι καλός χριστιανός και ακολουθεί τις εντολές του Θεού, μόνο ένα πράγμα έμεινε να κάνει και εκείνο επειδή η γυναίκα του δεν τον αφήνει να μοιράσει την περιουσία του, επειδή είναι προίκα της Σουλτάνας, αλλιώς θα το είχε κάνει, αλλά αυτό πρέπει ο Θεός να το λάβει υπόψη ότι είναι ξένη περιουσία και δεν μπορείς να χαρίζεις ξένο πράγμα.

     Κατά τα άλλα είναι ο καλλίτερος χριστιανός στο χωριό, επίτροπος στην ενορία, πρώτος στην εκκλησία και πριν τον παπά, όλα τα ψηλά από την τσέπη στο παγκάρι, όσα δηλαδή του αφήνει η Σουλτάνα από το Σάββατο το βράδυ, επειδή ξέρει θα τα αφήσει όλα, του αφήνει ένα ευρώ σε δεκάρες.

     Πολύ εγκρατής σε όλα και γι’ αυτό έχουνε συχνά καβγαδάκια με την Σουλτάνα επειδή κάνει αποχή από όλα από το λάδι μέχρι το σεξ. Από τότε όμως που ήρθε ο καλόγερος στο σπιτικό του Ανέστη τα πράγματα άλλαξαν ο Ανέστης πήρε άλλο αέρα, φαίνεται πολύ χαρούμενος, ίσως ο καλόγερος να του εγγυήθηκε ή να του έδωσε το διαβατήριο για τον Παράδεισο και ο καλόγερος που ήταν ένας λιγνός, όταν ήρθε στο χωριό, τώρα ψώμωσε και νταβράντισε και έγινε αγνώριστος, όπως αγνώριστος έγινε ο Ανέστης που αδυνάτισε από την ασιτία, για να προλάβει να πάει στον Παράδεισο, όπως και έγινε, που τον βρήκαν πεθαμένο ένα πρωί και χαμογελαστό, λες και βρίσκονταν στον Παράδεισο, κρίμα όμως που δεν θα έβλεπε το παιδί του, που περίμενε η Σουλτάνα, το παιδί που έστειλε ο Θεός.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.