Το ημερολόγιο του παππού μου

0
11

Του Βασίλη Τζιτζή, Σκάλα Καλλιράχης Θάσος

Είχα μεγάλη επιθυμία να δω το ημερολόγιο του παππού μου, που πέθανε τη χρονιά που γεννήθηκα εγώ.

     Λέγανε πολλοί συγγενείς, ότι ήταν πολύ μορφωμένος, ένας από τους λίγους εκείνης της εποχής και από την πρώτη μέρα που ήρθε στην Ελλάδα, από την Μικρά Ασία το 1922, έγραφε ημερολόγιο, το οποίο η μάνα  μου το φύλαξε σε ένα σεντούκι, για τις μελλοντικές γενιές.

Η αλήθεια είναι και οι βούλγαροι που το είδαν δεν έδωσαν καμία σημασία και έτσι το βρήκα εγώ σε πάρα πολύ καλή κατάσταση. Ο μακαρίτης ο παππούς ήταν πολύ τυπικός και ήθελε όλα να τα κάνει στην εντέλεια, γι’ αυτό και το ημερολόγιό του ήταν πεντακάθαρο και τυλιγμένο με ένα κομμάτι άσπρο σεντόνι, που στις γωνίες του είχε ξεθωριάσει και λίγο φαγωθεί. Το πήρα στο χέρι μου, σαν να κράταγα το χέρι του παππού μου και άρχισα να το λύνω από το περίβλημα του.

     Κάθε κλωστούλα που τράβαγα, κάθε ξεδίπλωμα που έκανα, με όσο το δυνατό ελαφρότερο τρόπο, χιλιάδες  φανταστικές εικόνες ξεπηδούσαν στο μυαλό μου και με δέος έφτασα στο ιερό σώμα του ημερολογίου του παππού μου, λες και κράταγα το δικό του σώμα στα χέρια μου.

     Στο χοντρό εξώφυλλο, έγραφε ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ, με κεφαλαία γράμματα και στη συνέχεια, συνταχθέν παρά του Βασιλείου, Μιχαήλ Χατζηιωάννου (Τζιτζή), αρχόμενον από της ενδεκάτης Μαΐου, του ετους 1922.

     Στην πρώτη σελίδα διάβασα.

     Σήμερον εν Κουμπαλίστοις του Νομού Δράμας, χωρίον εκ πεντακοσίων κατοίκων ως επί το πλείστον προσφύγων εκ Μικράς Ασίας και εκ περίπου τεσσαράκοντα βουλ-γαροφώνων οικογενειών, οίτινες ισχυριζόμενοι, ότι έλληνες εισί δεν εγκατέλειψαν τας εστίας αυτών, προς Βουλγαρίαν, εις εφαρμογήν του Νόμου περι ανταλλαγής των πληθυσμών, μεταξύ της Ελλάδος, της Βουλγαρίας και της Τουρκίας.

     Ο τόπος φαίνεται ικανός να θρέψει περί τας χιλίας ψυχάς, αλλά το κυβερνητικόν πρόγραμμα, όν ακούωμεν καθ’ ημέραν, λέγει ότι θα εγκαταστήσει περί τας δύο χιλιάδας οικογενείας. Ο Θεός να βάλλει την χείρα Αυτού.

      Σήμερον την δωδεκάτην Μαΐου, περιέτρεξα τους αγρούς, ίνα αποκομίσω, ιδίοις όμμασι την ικανότητα του περιβάλοντος, δια την κάλυψην των αναγκών των κατοίκων.

      Εκ πρώτης όψεως, ο ποταμός ο επονομαζόμενος Αγγίτης, διαρρέει το χαμηλότερον σημείον του κάμπου και ως εκ τούτου, πολύ ολίγοι αγροί δύναντε να ποτισθώσιν.

      Ικανός αριθμός ιχθύων, με έπεισε, ότι οι πρώην κάτοικοι, δεν ενδιεφέροντο δια την αλιείαν αυτών, ή ότι δεν ησχολούντο με την αλιείαν παντελώς.

      Τη δεκατητρίτην του Μαΐου, μετέβην εις την Δημοτικήν Εδραν του χωρίου, την επονομαζομένην νεωστί Πυρσόπολην, ή Προσωτσάνην κατά των βουλγάρων, όπου και αι αρχαί του τόπου, ήτοι Δημαρχείον, Αστυνομίκόν τμήμα, Πρωτοδικείον, Εφορία, Τράπεζα και Γυμνάσιον, εισέτι εις τα σχέδια.

      Μετέβην εις την Δημαρχείαν, ένθα και υπέβαλλα την αίτησιν μου, δια την πρόσληψην μου ως διδασκάλου η καθηγητού, καθ’ ότι διαθέτω πτυχίον ιεροδιδασκαλείου Κωνσταντινουπόλεως.

      Εις πρώτην επαφήν μετά των ελληνικών αρχών, αι εντυπώσεις μου είναι μάλλον μελαναί, διότι ο υπάλληλος είς όν ενεχύρισα την αίτησήν μου, ήτο σφόδρα εχθρικός και αγροίκος, ομιλών, μιαν γλώσσαν, μάλλον ακαταλαβίστικην, κατηφής την όψιν και βροσυρός και μοι προξένησεν εντύπωσιν, πως ήτο δυνατόν, μία υπηρεσία αυτής της περιοπής να έχει τοιούτους υπαλλήλους.

     Ιστάμενος εμπροσθέν του, χωρίς να ανασυκώσει την κεφαλήν του,εβρυχύθει, τι θέλς ουρέ; Εστράφην να είδω είς ποίον απευθύνετο, όταν επανέλαβε, Σε σένα τ’ λέω ρέ!. Ησθάνθην εντροπήν εντός αυτής της αιθούσης, δια την συμπεριφοράν, του κτήνους τούτου, πράγμα το οποίον θα με συνόδευε εις το υπόλοιπον της ζωής μου.

    Συζητήσεως γενομένης εντός της αιθούσης έμαθον, ότι ο Δήμαρχος,ήτο εκ Φιλιατρών, ο Γραμματεύς εκ Καλαμάτας, ο Αστυνόμος, εκ Τριπόλεως, ο Πρωτοδίκης εκ Πατρών,ο Εφορος εκ Ανδριτσαίνης, ό Δάσκαλος εκ Ναυπλίου και ως ελέχθη εντός της αιθούσης υπό μάλλον μη πελοποννησίων, ότι ουδείς κατείχε πτυχίον τι δια το αξίωμα ή λειτούργημα, δι όν επροσλήφθει παρά του Δημοσίου.

     Επίσης μου ετόνισαν ότι έκ των πέντε βουλευτών του Νομού Δράμας, οι τρείς ήσαν  πελοποννήσιοι, εις εξ Αθηνών, πρώην αξιωματικός και εις εκ Πειραιώς, πρώην αξιωματικός του Πολεμικου Ναυτικού.

     Σήμερον την δεκάτην Τετάρτην του μηνός Μαΐου, περιηγήθειν το χωρίον,ίνα εντοπίσω, τυχόν αρχαιότητας ή μελετήσω γενικότερον την διάταξην αυτού, κατά γειτονίας ή μαχαλάδες κατά το απλούστερον και διεπίστωσα, ότι το χωρίον συνίστατο εκ δεκαέξι ενίων περιμανδρωμένων γειτονιών, έκαστον με  ίδιο φρέαρ, περιτειχισμένον, με μίαν μόνον πύλην δι’ αμάξας και μίαν μικράν δι’ ανθρώπους εις άλλην πλευράν της γειτονίας, ομόρου μετ’ άλλης γειτονίας.

    Υπήρχον και άλλα πηγάδια επί των διασταυρώσεων, δια την άντλησιν ύδατος των παρεπιδημούντων, οίτινες δεν διέμενον εντός των γειτονιών.

    Οι κάτοικοι ηρκούντο είς το ύδωρ των φρεάτων, αλλά προς εξυπηρέτησιν καταλλαλοτέρου ύδατος, επρομηθεύοντο τούτο υπό του παρά τω Τζαμίω φρέατος. Το ύδωρ του οποίου, ως έλεγον οι κάτοικοι απο πολλών ετών, ήτο δροσερότερον και υγιεινότερον.

     Εμελλε μόνον να το διαπιστώσω, όταν θα έδραμον ώς εκεί.

     Υπήρχε μία εκκλησία, των Αρχαγγέλων, με εικόνας με βουλγαρικάς επιγραφάς και εν Τζαμίον.

     Σήμερον ήλθεν εις το χωρίον ο κοινοτάρχης, δια να αναλάβει τα καθήκοντά του και ώς διεπιστώθει, κατήγετο εκ Δημητσάνης, Πελοποννήσου.

     Εν ολίγοις, ουδείς μορφωμένος ήλθεν εις την Ελλάδα εκ Μικράς Ασίας και ο ελληνισμός της προσφυγιάς δεν διέθετε ούτε έναν μορφωμένο άνδρα, για τις υποτυπώδεις υπηρεσίες του κράτους.

     Δεκαπέντε Μαΐου, καθ’ ήμέραν αφικνούντε και νέοι πρόσφυγες, οι οποίοι εξαντλημένοι από τας ταλαιπωρίας τα πρώτας ημέρας έζων εν τη υπαίθρω, αναμένοντες  την απόφασιν των αρχών δια την υπόδειξην οικίας καλύπτουσαν τας ανάγκας της οικογενείας.

     Τας πρώτας ημέρας, το χωρίον ήτο μάλλον σταθμός μετεγκαταστάσεως προσφύγων παρά χωρίον αγροτικόν.

     Τέλος επειδή οι πρώτες σελίδες μου φάνηκαν ανιερές με την περιγραφή της αφίξεως και εγκαταστάσεως των προσφύγων, γύρισα γρήγορα γρήγορα τις σελίδες και έφτασα στο έτος 1932 και διάβασα.

     Είκοσι επτά Ιουνίου, ουδέν νεώτερον, ο υποψήφιος βουλευτής κύριος Κάβδας, μοί υπεσχέθη,τον διορισμό μου, άμα τη εκλογή του.

     Αι απεργίαι συνεχίζονται καθ άπασαν την χώραν.

     Σήμερον εικοσιοκτώ του Ιουνίου, τα ίδια, ακόμη αναμένω τον διορισμόν μου.

     Σήμερον την εικοστήν πέμπτην του Ιανουαρίου 1935,απογοητευμένος από την Ελλάδα, θέλω να πεθάνω.

     Έτσι τελείωσε το ημερολόγιο του παππού μου, που πέθανε την ημέρα που γεννήθηκα εγώ για να συνεχίσω την αναμονή του για τον διορισμό στο δημόσιο, αλλά οι απεργίες συνεχίζονται ακόμα.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.