…Και έτσι γέμισε λοιπόν ο κόσμος όλος, μικρά-μικρά σποράκια. Που εκείνα μεγαλώσανε και έγιναν οικογένεια.

Και μία μέρα που πουλιά πετούσαν από πάνω, άφησαν δίπλα της κι άλλα πολλά μικράκια. Και έγιναν φίλοι γρήγορα και έπαιζαν και μιλούσαν. Πέρασε λίγος καιρός και έφτιαξαν πόλη όμορφη. Με χρώματα και ήλιους. Τα πρωινά μαζεύονταν τα νέα τους να πούνε και ποιες δουλειές θα κάνουνε και πόσο δρόμου έχουνε, ακόμη να διαβούνε. Το βράδυ νέοι και παιδιά, γυναίκες μα και άντρες, στις αυλές καθότανε και κοίταζαν το δείλι. Κιθάρα κάποιος έπιανε και ακορντεόν ένας άλλος. Πολλά τραγούδια λέγανε και μέσα τους μια ευτυχία είχανε, γιατί μια αγάπη νιώθανε ο ένας για τον άλλο.

Κι άλλος καιρός επέρασε και φτιάχναν πράγματα όμορφα. Και κήπους χρωματίζανε και γλάστρες και παρτέρια. Τα βλέπανε οι άνθρωποι και τα χειροκροτούσαν.

Όμως ένα σποράκι φερμένο από τα ξένα, ήτανε λίγο πονηρό και με αρκετό εγωισμό και ανάμεσά τους έσπειρε, τι κρίμα!! τη διχόνοια… Τι άσχημο να υπάρχουνε οι ζήλιες και οι κακίες. Ο κόσμος θα ‘ταν πιο καλός, αν η καρδιά βασίλευε με αγάπη και ειρήνη. Και το σποράκι το κακό λόγια έλεγε άσχημα, κρυφά και πίσω από την πλάτη. Μια με τον ένα θύμωνε και μία με τον άλλο. Και τίποτα δεν του άρεζε, μονάχα τα δικά του. Ταλέντο είχε, μάλιστα, το λέω, το φωνάζω. Μα μόνο εκείνο ήθελε, οι άλλοι να θαυμάζουν. Και πες και πες στους γύρω του, κάποιοι τον επιστέψαν. Κι αρχίσαν τα μαλώματα, οι έχθρες και τα μίση. Σα βασιλιάς στο θρόνο του και γύρω οι αυλικοί του.

Εκ πρώτης το θαυμάζανε: «Ωωωω!!! Τι ωραίο που είσαι. Και τι ταλέντα που έχεις!!! Τους κήπους κάνεις πράσινους και φτιάχνεις και ανθοδέσμες».

Μα εκείνο είχε άλλα στο μυαλό: «Άστους να με θαυμάζουνε και να χειροκροτούνε. Εγώ μια μέρα θ’ αναδειχτώ, ψηλά θ’ ανέβω απ’ όλους. Προς το παρόν δε θα μιλώ. Απλώς θα περιμένω».

Και πέρασε κι άλλος καιρός και οι αυλικοί αρχίσανε να δυσανασχετούνε. Κάτι πια δεν τους άρεζε και θέλανε να φύγουνε άλλο από κοντά του.

Μια μέρα ένας αυλικός, εθύμωσε μαζί του. Πήγε λοιπόν στο σπίτι του: «Σποράκι μου είσαι κακό. Τι είναι αυτά που κάνεις; Θα σε μαλώσω. Δε βαστώ. Μας έσπειρες διχόνοια. Μας χώρισες, μας πίκρανες. Αυτός ήταν ο σκοπός σου; Δεν ήθελες να ‘μασταν μαζί με αγάπη και ηρεμία; Να φτιάχναμε πράγματα πολλά, ομάδα, οικογένεια; Να μας ζηλεύουν, συμφωνώ, μα με ωραίο τρόπο. Και να ‘ναι για καλό σκοπό. Κι εγώ είμαι καλλιτέχνης. Και μην ξεχνάς πως μόνο κι έρημο υπήρξα μες στο χώμα. Και ύστερα ήρθατε εσείς και χάρηκα στ’ αλήθεια. Γιατί στον κόσμο, μόνος του, τίποτα δε θα κάνει. Μα με παρέα, συντροφιά, φίλους, σωστούς ανθρώπους, στον ουρανό θα φτάσει. Λάθος που σ’ εμπιστεύτηκα. Μα από τα λάθη βλέπουμε, μπροστά μας πιο ωραία! Έτσι θα πω και στους λοιπούς. Αυτά θα τους μηνύσω. Σκέψου και αποφάσισε. Αν έτσι συνεχίσεις, μόνο θα μείνεις στη ζωή και μέχρι να γεράσεις. Με έπαρση και εγωισμό λάθη πολλά θα κάνεις. Και μ’ αυτά τα δύο, κανείς μπροστά δεν πήγε. Θυμάσαι τι είπε ο Θεός; «Σιγά-σιγά θα γίνουμε μεγάλη οικογένεια. Γιατί έτσι φτιάχτηκε ο κόσμος. Με υπομονή και ευγένεια».

Θεοπίστη

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.