Του Βασίλη Τζιτζή, Σκάλα Καλλιράχης Θάσος

Εκείνα τα μαύρα χρόνια του εμφυλίου γράφτηκε ένα ματωμένο ειδύλλιο στην

περιοχή της Αριδαίας και την ιστορία την χρωστώ στον αδερφό μου Στέργιο, που

υπηρετούσε εκείνη την εποχή την θητεία του και έγινε μάρτυρας ενός ειδυλλίου που στην ζωή πολύ σπάνια μπορεί να συμβεί, αδέρφια, φίλοι ή εραστές να σκοτώσουν ο ένας τον άλλον, φυσικά από αγάπη που έγινε μίσος για πολλούς λόγους.

     Ας πάρουμε παράδειγμα τα δυο αδέρφια της ιστορίας μας από το παράδειγμα των δύο αδερφών της Αντιγόνης που σκοτώθηκαν ο ένας από το χέρι του αλλουνού για τον θρόνο της Θήβας.

    Ήταν ο Ετεοκλής και ο Πολυνείκης που σκοτώθηκαν μονομαχώντας για τον θρόνο της Θήβας και για να λυθεί η πολιορκία της Πόλης από τους επτά στρατηγούς φίλους του Πολυνείκη, που ήρθαν να αποκαταστήσουν τον Πολυνείκη στον θρόνο του πατέρα του, αλλά  αποφάσισαν να μονομαχήσουν τα αδέρφια μεταξύ τους και ο νικητής να γίνει ο βασιλιάς της Θήβας.

    Δυστυχώς η κατάρα του πατέρα τους, ήταν να βγει αληθινή η κατάρα του πατέρα τους να πεθάνουν πριν από τον ίδιο.

     Έτσι και στην δική μου περίπτωση ήταν δυο παιδάκια στον καιρό της κατοχής, σαν γειτονόπουλα, η φτώχεια και η μιζέρια τα έκανε να αγαπήσει το ένα το άλλο, πιο πολύ από συμπόνια, παρά από αγάπη.

     Αλλά τα πράγματα η Φύση τα ταίριαξε έτσι να αγαπηθούν και να δώσουν υπόσχεση, ότι μια μέρα θα παντρευτούν.

     Όταν τελείωσε ο πόλεμος ο αδερφός της κοπέλας αντί να καταταγεί στο στρατό ανέβηκε στο βουνό και έγινε αντάρτης του ΕΛΑΣ.

     Κάνα δυο φορές κατέβηκε νύχτα να δει τους δικούς του και πριν ξημερώσει έφευγε με το χάραμα.

    Όταν τα πράγματα δυσκολεύτηκαν για τους αντάρτες, ήρθε στο χωριό του νύχτα και πήρε την αδερφή του στο βουνό για νοσοκόμα, επειδή τελευταία είχαν πολλούς τραυματίες.

    Το παλικάρι κατατάχτηκε στον εθνικό στρατό και συμπτωματικά αποσπάστηκε στην περιοχή του χωριού του, όπου σε μια επιδρομή των ανταρτών μια νύχτα βρέθηκε στην μάχη έξω από το χωριό του με τους αντάρτες, που τους είχε φέρει ο αδερφός της κοπέλας, για να πάρουν τρόφιμα και φάρμακα.

     Στην μάχη που δόθηκε έξω από το χωριό ο αδερφός μου ήταν οδηγός ενός άρματος και βρέθηκε ακριβώς στην στιγμή, που ο αδερφός της κοπέλας με ένα στεν έριχνε στους στρατιώτες σχεδόν ακάλυπτος και τους έβριζε κωλόπαιδα της Φρειδερίκης, επειδή είχε προδοθεί η επίθεση των ανταρτών, αλλά μια σφαίρα τον βρήκε στο στήθος και έπεσε κάτω.

    Τότε έτρεξε η αδερφή του άρπαξε το στεν και άρχισε να ρίχνει κουτουρού πάνω στους στρατιώτες τραυματίζοντας τον αγαπητικό της που με το οπλοπολυβόλο την σημάδεψε και με την ύστατη προσπάθεια να διακρίνει τον στόχο του πάτησε την σκανδάλη πετυχαίνοντας τον στόχο του το στήθος της κοπέλας, που λύγισε στα δύο και σωριάστηκε στο χώμα.

     Τότε οι αντάρτες άρχισαν ένα γερό μπαράζ για να πάρουν το σώμα της κοπέλας, γιατί το είχανε νόμο στο αντάρτικο να μην αφήνουν κανένα πτώμα στο πεδίο της μάχης.

     Δεν τα κατάφεραν και την παράτησαν,  επειδή όρμησαν τα άρματα και τους απώθησαν και έτσι το σώμα της κοπέλας, που ακόμα ζούσε το έσυραν στο στρατόπεδο κοντά στον πολυβολητή που και αυτός ακόμα ανέπνεε και τους έβαλαν δίπλα, δίπλα.

     Πρώτος μίλησε ο πολυβολητής και της είπε κρίμα στα όνειρά μας αγάπη μου και έφτυσε το αίμα που είχε γεμίσει το στόμα του.

    Η τελευταία προσπάθεια της κοπέλας ήταν να  απλώσει το χέρι της και να ψάξει το χέρι του αγαπημένου της και όλοι οι στρατιώτες ένα γύρο να ζούνε στιγμές θλιβερής έντασης και μερικοί δεν άντεξαν από την ιστορία τους, που διαδόθηκε σαν αστραπή, ποια ήταν και ποιος ήταν και μερικοί έβαλαν τα κλάματα και  απομακρύνθηκαν.

    Σε λιγότερο από είκοσι λεπτά πέθαναν και οι δύο και ο πατέρας του παλικαριού που ήρθε από το χωριό μετά την μάχη και βρέθηκε στην σκηνή, ρώτησε τον διοικητή αν μπορούσε να θάψει εκεί τα παιδιά και του διηγήθηκε την ιστορία τους.

    Ο διοικητής δέχτηκε να ανοίξει ένα μνήμα εκεί και να θάψουν τα παιδιά εκεί.

   Σε λίγο ήρθε και ο πατέρας της κοπέλας και όταν είδε την νεκρή κόρη του, έπεσε πάνω στο πτώμα της και άρχισε να κλαίει.

   Τότε έσκυψε και ο πατέρας του παλικαριού  και αγκάλιασε τον παρά λίγο συμπέθερό του και άρχισε και αυτός να κλαίει.

    Παρά πέρα άνοιξε η μπουλντόζα του στρατού ένα μνήμα και έσυραν τα πτώματα των παιδιών σχεδόν αγκαλιασμένα και ο παπάς του στρατού έψαλε την νεκρώσιμη ακολουθία και όλοι οι στρατιώτες μάζευαν δυο τρία χορταράκια και τα έριχναν πάνω στον τάφο των παιδιών και σε λίγο το σκέπασαν με χώματα που έστρωσε η μπουλντόζα.

     Όλοι οι στρατιώτες απομακρύνθηκαν και έμειναν μόνο οι συμπέθεροι γονατιστοί να κλαίνε δίπλα, δίπλα στον τάφο των παιδιών τους.

     Βουβοί από το κλάμα και αγκαλιασμένοι σαν καλοί φίλοι, που θα γίνονταν συγγενείς πήραν τον δρόμο για το χωριό και άφησαν ένα μνήμα να γίνει σημάδι, της συμφοράς που έπληξε την Ελλάδα για τα μελλοντικά παιδιά της Ελλάδας.

    Τι κρίμα και τα δυο παιδιά ήταν καλά ελληνόπουλα.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.