Πριν χρόνια άνοιξα ένα ντουλάπι, τότε ήταν καινούριο, τώρα το λένε παλιό, αντίκα ίσως, γιατί πράγματι πέρασαν πολλά χρόνια.

Το άνοιξα και πέταξα μέσα ότι δε μου χρησίμευε. Φωτογραφίες, πιατικά, παπλώματα, τους καημούς που θα ‘ρχότανε, τότε δεν είχα ακόμη τόσους πολλούς, το ραγισμένο σερβίτσιο του τσαγιού, εκείνο με τα λαχανί λουλουδάκια, μία απαίσια κεραμική σουπιέρα, ένα παλιοκαιρισμένο άλμπουμ-λεύκωμα, δύο ξεχαρβαλωμένες κούκλες και μαζί με όλα αυτά, πέταξα μέσα και την υπόληψή μου.

Μέχρις εκείνη την ημέρα, την είχα ψηλά. Σαν να είχε τόση σημασία για μένα, που στην ουσία σημασία δεν είχε καμία.

Τα κλείδωσα όλα καλά-καλά και το κλειδί το κρέμασα σε μία χρυσή αλυσιδίτσα, την οποία πέρασα σαν κόσμημα στο λαιμό μου.

Ένα τενεκεδένιο κλειδάκι ήταν, αλλά εμένα μου άρεζε να το φαντάζομαι χρυσό, ολόχρυσο. Σαν να ήταν το κλειδί το οποίο κάποτε θα άνοιγε κάποιο μπαούλο πειρατών ή δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο.

Από μικρή ήμουν γεμάτη με φαντασιοπληξίες, που στην αρχή μου τις δικαιολογούσαν γιατί είχα το ελαφρυντικό της ηλικίας, αλλά που αργότερα τις γύρισαν εις βάρος μου, γιατί όταν τα χρόνια περνούν, καμία δικαιολογία δεν υπάρχει για να σ’ απαλλάξει από τέτοιες ανόητες φαντασίες.

Έτσι με τη ρετσινιά της αλλοπρόσαλλης, μου έμεινε και η ρετσινιά της μη υποδειγματικής γυναίκας, της ανύπαντρης μητέρας, της πόρνης.

Αυτηνής που γκαστρώθηκε χωρίς να παντρευτεί, αυτηνής που γυρνούσε με την κοιλιά τούρλα και με την ξετσιπωσιά ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της.

Ποτέ μου δεν ήθελα να παντρευτώ και ποτέ μου δεν ήθελα να γίνω μητέρα.

Το πρώτο το κατάφερα. Όχι όμως και το δεύτερο. Για το πρώτο υπερηφανεύομαι. Για το δεύτερο όχι. Γιατί ήμουνα, είμαι, μία τρισάθλια μητέρα. Συνεχίζω και θα συνεχίσω να είμαι μάνα, μέχρι να κλείσω τα μάτια μου.

Τις μέρες που βρέχει, περιφέρομαι άσκοπα μέσα στο σπίτι, στο τεράστιο αυτό σπίτι, με τις ατελείωτες σκάλες, με τις σοφίτες και τα κατασκονισμένα κάδρα. Τα σαρακοφαγωμένα χαλιά και τις τρομακτικές μέχρι το ταβάνι βιβλιοθήκες.

Περιφέρομαι κρυμμένη πίσω από τις βελουδένιες κουρτίνες, που παρά τα χρόνια που πέρασαν από πάνω τους, παραμένουν απαλές και χνουδάτες.

Περιφέρομαι σκιά ανάμεσα στις σκιές, ζωντανή ανάμεσα σε πεθαμένους. Ανάμεσα σ’ όλους αυτούς, που με κοιτάζουν υποτιμητικά κρεμασμένοι από ένα καρφί στους τοίχους και που εγώ τους περιγελώ, τους βρίζω, γιατί κανείς τους δε με προστάτεψε όταν τους χρειάστηκα.

Όταν τους έθαψα όλους, όταν τους ξεφορτώθηκα, εκείνοι μου φόρτωσαν αυτό το μαυσωλείο, στο οποίο γύρισα μετά από λίγα χρόνια.

Γύρισα για να ξαναφύγω, αλλά που δυστυχώς μέχρι και τώρα που γράφω αυτές τις αράδες, βρίσκομαι ακόμη εδώ.

Είμαι πολύ γριά για να πάρω πάλι τους δρόμους. Νιώθω πολύ κουρασμένη για να σκέφτομαι. Αλλά σκέφτομαι. Κάθε λεπτό, κάθε στιγμή, κάθε ώρα και μέρες και χρόνους.

Όταν κόντευα να αδειάσω την κοιλιά μου, που είχε γίνει τεράστια, άλλαξα πόλη. Όχι από ντροπή, αλλά γιατί είχα το σκοπό μου. Άδειασα την κοιλιά μου και το περιεχόμενό της το χάρισα σε μία χαζούλα καντηλανάφτισσα, κάποιου χωριού εκεί κοντά.

Σας είπα. Ποτέ δεν ήθελα να γίνω μητέρα. Από τη ζωή μου και το κορμί μου, μία φορά έκανε περασιά ένας άντρας. Ο οποίος άφησε πίσω του το σπόρο του. Και που εγώ τον δώρισα αλλού. Γιατί τα δώρα που μας φέρνουν και δε μας αρέσουν ή τα πετάμε ή τα χαρίζουμε ή τα καταχωνιάζουμε κάπου.

Κι εκείνο το δώρο, επειδή ούτε να το πετάξω μπορούσα, δεν είμαι δα και τόσο άκαρδη, ούτε να το παραχώσω κάπου, έκανα το τρίτο.

Ακόμη έχω κρεμασμένη την αλυσιδίτσα στο λαιμό μου. Ακόμη έχω κρεμασμένα και τα κρίματά μου επάνω του.

Προσπαθώ ν’ ανοίξω το παλιό ντουλάπι, τότε ήταν καινούριο, τώρα το λένε παλιό, αντίκα ίσως, γιατί πράγματι πέρασαν πολλά χρόνια…

Θεοπίστη

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.