Του Βασίλη Τζιτζή, Σκάλα Καλλιράχης Θάσος

Δεν ξέρω που οφείλεται το γεγονός, αλλά ξέρω όταν μια παρέα  ας πούμε γερ μανοί καθίσουν σε μια ταβέρνα και στην ίδια ταβέρνα καθίσουν και ισάριθμοι έλληνες, οι λογαριασμοί θα είναι πολύ διαφορετικοί όπως και τα φαγητά.

     Ο λογαριασμός των ελλήνων θα είναι κατά περίπου 22% μεγαλύτερος από τον λογαριασμό των γερμανών και τα αποφάγια ακριβώς κατά το ίδιο ποσοστό από των γερμανών.

     Στη διαφορά αυτή προσπάθησα να δώσω προσωπικές εξηγήσεις σαν έλληνας που είμαι και με αντικειμενικότητα σαν γερμανός, επειδή έζησα πολύ καιρό με γερμανούς, που τους ξέρω πολύ καλά.

     Κατά πρώτον οι γερμανοί από παράδοση είναι φειδωλοί σε ότι αφορά το πορτοφόλι τους.

     Με λίγα λόγια είναι τσιγκούνηδες, αυτάρκεις και οικονομικοί σε όλες τις ανάγκες τους.

     Τα λόγια της μάνας τους από τότε που θα γεννηθούν μέχρι να πεθάνουν θα ακούγονται στα αφτιά τους SPARREN UND WΙΕDΕR SPARREN, δηλαδή εξοικονόμηση και πάλι εξοικονόμηση.

      Η οικονομία είναι μέσα στο αίμα τους.

     Αν παρακολουθήσουμε την παραγγελία των γερμανών θα δούμε να διαλέγουν τα φαγητά που θα φάνε και μία μπύρα και στο πιάτο τους δεν θα μείνει ούτε ψίχουλο.

     Στο τέλος το πιάτο θα είναι άδειο το ίδιο και το μπουκάλι της μπύρας.

     Στα πιάτα των ελλήνων, που θα είναι παραπανίσια τα φαγητά, θα περισσέψουν πολλά αποφάγια, ίσως και ολόκληρα πιάτα με χταπόδι και καλαμάρια που λόγω σκληρότητας δεν μασιόνται και συνεπώς μένουν αφάγωτα, αλλά θα μπουν στον λογαριασμό και μάλιστα με αρμυρή τιμή.

    Ήδη από την παραγγελία ξεκινά η διαφορά των πιάτων.

    Ποτέ δεν θα παραγγείλει ο γερμανός κάτι που δεν το ξέρει.

    Ο έλληνας απεναντίας θα το παραγγείλει επειδή είναι περίεργος να δει τι είναι και ας είναι πετσί και κόκαλα το πορτοφόλι του.

     Στο τέλος ο έλληνας θα δανειστεί από τον γερμανό για να πληρώσει τον λογαριασμό και ο γερμανός θα κάνει την κορόιδα.

    Ο γερμανός είναι πιο λιχούδης από τον έλληνα, αλλά μετράει τον λογαριασμό που θα έρθει.

    Ο έλληνας είναι πιο λαίμαργος από τον γερμανό και δεν σκέφτεται ούτε τον λογαριασμό, ούτε τα αποφάγια που θα πληρώσει, αλλά δεν θα τα φάει.

    Αυτά είναι σε γενικές γραμμές οι διαφορές.

    Και σε εθνικό επίπεδο συμβαίνει κάτι παρόμοιο.

    Το γερμανικό κράτος πριν παραγγείλει προμήθειες για τις ανάγκες των διαφόρων υπηρεσιών μετράει και την φύρα που θα υποστούν τα υλικά μέχρι την παράδοσή των.

    Το ίδιο όμως δεν συμβαίνει και στην Ελλάδα.

    Στην Ελλάδα οι διαγωνισμοί γίνονται για το θεαθήναι, κατά βάθος δουλεύει η ρεμούλα και το ρουσφέτι, που στους δέκα διαγωνισμούς, ίσως μόνο ο ένας να είναι γνήσιος και εκείνο επειδή η υπόθεση δεν έχει ψωμί, όπως λένε οι επιτήδειοι.

    Το έχω παρατηρήσει πολλές φορές όταν έχω επισκέπτες από την Αυστρία και από την Γερμανία  ο λογαριασμός που πληρώνω σε κάθε τραπέζι έχει μια διαφορά είκοσι πέντε ευρώ κατά μέσον όρο, αν έχω καλεσμένο έλληνα.

    Ο αυστριακός ή ο γερμανός θα παραγγείλει το πιάτο του, που θα είναι κατά μέσον όρο γύρω στα οκτώ ευρώ και μία μπύρα σύνολο δέκα.

    Ο φιλοξενούμενος έλληνας θα παραγγείλει και την χωριάτικη που θα φάει μόνο την μισή, τα καλαμαράκια του, την καπνιστή ρέγκα, το χταποδάκι του, την τυροκαυτερή, την μελιτζάνα στη σχάρα, το μανούρι του την γραβιέρα του Κρήτης, ένα ούζο για την όρεξη και δύο μπύρες να σβήσει την κάψα του.

     Όλα αυτά μας κάνουν τριάντα πέντε ευρώ ανά ελληνικό κεφάλι.

     Το δύσκολο είναι, ότι δεν μπορείς να έχεις φιλοξενούμενους χωρίς κεφάλια για να κάνεις κάποια οικονομία.

      Τις προάλλες είχα κάτι γερμανούς φιλοξενούμενους, που ήμουν υποχρεωμένος από τα φοιτητικά μου χρόνια.

     Όπως σας είπα πήγαμε στο εστιατόριο και φάγαμε σαν άνθρωποι, διότι και εγώ στο εστιατόριο είμαι πολύ προσεκτικός και δεν παραγγέλνω παραπανίσια πράγματα και ο λογαριασμός ήρθε μετρημένος και τα λίγα φαγητά που περίσσεψαν από την κόρη τους τα πήραν και τα χρησιμοποίησαν την άλλη μέρα στο πρόγευμά τους.

     Αλλά δεν συμβαίνει το ίδιο και με τους δικούς μου, που παραγγέλνουν ότι τους λέει ο τιμοκατάλογος, δεν τρώνε ούτε τα μισά, εγώ πληρώνω τον λογαριασμό και περισσεύουν ένα σωρό αποφάγια να χορτάσει μια οικογένεια.

     Βέβαια όλα αυτά νομίζω είναι θέμα χρηστής οικονομικής συμπεριφοράς ενός ατόμου, που πρέπει να ξεκινάει από το δημοτικό σχολείο, πράγμα που εδώ  ούτε ο υπουργός της παιδείας το σκέφτεται.

    Η δικαιολογία, ότι στερηθήκαμε πολλά πράγματα λόγω πολέμων και εμφυλίων δεν στέκεται, διότι και άλλοι λαοί στερήθηκαν πιο πολλά από μας, αλλά είναι πιο φειδωλοί.

     Ο λόγος είναι άλλος, είμαστε λαός άπληστος, δεν έχουμε μέτρο για τις πράξεις μας και ότι παραγγέλνουμε το κάνουμε με ελαφριά την καρδιά, για να ευχαριστήσουμε δήθεν τον φιλοξενούμενό μας, ή να μείνει ευχαριστημένος και τα λοιπά.

    Όλα αυτά είναι ελληνικές προφάσεις για να δικαιολογήσουμε  τα αδικαιολόγητα.

    Γι’ αυτό μη μας φαίνεται παράξενο όταν βλέπουμε οι γερμανοί και οι αυστριακοί να τα έχουν όλα και εμείς σχεδόν τίποτα.

    Η διαφορά βρίσκεται στο μέτρο, που το ανακάλυψαν οι έλληνες, αλλά το χρησιμοποιούν οι ξένοι.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.