Του Βασίλη Τζιτζή, Σκάλα Καλλιράχης Θάσος

Για λόγους που δεν θέλω να εξηγήσω, γιατί βρέθηκα σε εκείνο το ίδρυμα, που το λένε ψυχιατρείο, θέλω όμως να πω μια μικρή εμπειρία  που γνώρισα έναν τρελό να αλλάξει όλη την αμαρτωλή  ζωή μου. Ο λόγος που βρέθηκα στο ψυχιατρείο είναι, ότι δωροδόκησα τον διευθυντή του ιδρύματος να με δεχτεί σαν τρόφιμο στο ίδρυμα, για να χαθούν τα ίχνη μου από την ιταλική μαφία, που συνεργαζόμασταν και στο τέλος τους έριξα και εξαφανίστηκα, παίρνοντας όλα τα χρήματα. Αν και παραπάνω είπα, ότι δεν θα έλεγα τον λόγο της παρουσίας μου στο ψυχιατρείο, τώρα το λέγω, ξέροντας, ότι δεν πρόκειται να το διαδώσετε, αφού σε λίγο θα εξαφανιστώ πάλι. Θυμάμαι καλά. ότι ήταν  ημέρα Χριστουγέννων, η τρίτη μου μέρα στο ίδρυμα και επειδή δεν γνώριζα κανέναν, γύριζα, από δωμάτιο σε δωμάτιο και έλεγα χρόνια πολ-λά στους άτυχους που βρέθηκαν εκεί. Μερικοί στα καλά τους με έβριζαν, στο διάολο να πας, που εύχεσαι να περάσω εδώ πολλά χρόνια. Τότε κατάλαβα την βλακεία μου και το γύρισα και έλεγα του χρόνου σπίτια μας και σκεφτόμουν, πως  και εγώ είχα κάποτε σπίτι στην Αμερική και οικογένεια, αλλά τα αρνήθηκα όλα, αν και έχω πολλά λεφτά, δεν μπορώ να την βοηθήσω, για ευνόητους λόγους, διότι θα με εντοπίσουν οι διώκτες μου και τότε όλα θα χαθούν. Είδα πολλά τραγικά πράγματα εκεί μέσα που ντρέπομαι να τα περιγράψω, άτυχοι άνθρωποι, για πολλούς και διαφόρους λόγους βρέθηκαν στο τρελοκομείο, ο καθένας με την τρέλα του. Βέβαια υπήρχαν και επικίνδυνοι σε διάφορα κελιά με κάγκελα, αλλά οι περισσότεροι ήταν ακίνδυνοι με την αγαθή τρέλα τους, στο δωμάτιό τους. Στο τελευταίο δωμάτιο είδα έναν νεαρό να τραβάει ένα σκοινί, λες και μάζευε το αγκίστρι με το ψάρι. Του ευχήθηκα τα χρόνια πολλά και συστήθηκα Βασίλης Τζιτζής, φυσικά δεν είναι αυτό το όνομά μου, αλλά δεν γύρισε καν να με κοιτάξει, συνέχισε να τραβάει το σκοινί του. Κάθισα στην μοναδική καρέκλα και τον παρακολουθούσα, με τι άγχος τραβούσε το σκοινί και κάπου, κάπου το μέτραγε με τον αγκώνα  του και άντε πάλι από την αρχή να τραβάει το σκοινί. Δεν ήταν πολύς καιρός που μπήκε εδώ μέσα. Από την προϊσταμένη  έμαθα, ότι έπαθε νευρικό κλονισμό και ήθελε να αυτοκτονήσει, αλλά δεν είχε τα λεφτά να αγοράσει δύο μέτρα σκοινί. Και για να θεραπεύσουν την αρρώστια του, του έδωσαν ένα κουβάρι νήμα να παί-ζει, με την προϋπόθεση στο τέλος θα έρθει το χοντρό σκοινί για να κρεμαστεί. Η ζωή του έγινε ένα μαρτύριο, όταν τον έδιωξαν από την δουλειά και σκόλασαν και τη γυναίκα του από την υπηρεσία και όπως ήταν φιλότιμος, το πήρε κατάκαρδα και τον έφεραν εδώ, όταν εκμυστηρεύτηκε τον σκοπό του να αγοράσει δύο μέτρα σκοινί, για να βάλει τέλος στη ζωή του. Η περίπτωσή του, μου προξένησε  μεγάλη εντύπωση και αποφάσισα να τον βοηθήσω. Την ίδια μέρα ξανά πήγα στο δωμάτιό του και τον βρήκα να τραβάει το σκοινί του με μεγάλο άγχος. Όταν με είδε χαμογέλασε και μου είπε, σε παρακαλώ κάτσε λίγο εδώ να πάω στο μέρος, διότι κοντεύω να σκάσω, επειδή φοβάμαι μη μου κλέψουν το σκοινί μου. Πράγματι πήγε στο μέρος και όσο έλειπε, έδεσα δύο αμερικάνικα εκατοστοδόλαρα στο σκοινί του και έφυγα. Κρυφά τον παρακολούθησα, που νευρίασε,  που δεν με βρήκε στο δωμάτιό του αλλά ξάπλωσε στο κρεβάτι του και συνέχισε να τραβάει το σκοινί του. Δεν κουνήθηκα από την θέση μου, ήμουν πολύ περίεργος να δω τί θα έκανε με τα χαρτονομίσματα. Όταν το πρώτο κατοστάρικο έφτασε στα χέρια του, έμεινε για λίγο σκεφτικός και επειδή δεν μπορούσε να δικαιολογήσει την προέλευση των χρημάτων, κοίταξε δεξιά κοίταξε αριστερά να με εντοπίσει και στο τέλος σηκώθηκε με τα χρήματα στο χέρι να με εντοπίσει. Τάχα τυχαία βγήκα μπροστά του και μου έδειξε τα δολάρια, εσύ τα έβαλες; με ρώ τησε. Όχι του είπα, γιατί τι έγινε;

–     Αυτά τα δολάρια, ήταν δεμένα στο σκοινί μου.

–     Κάποιος θα τα έδεσε για να κάνεις καλά Χριστούγεννα.

Έπεσε σε βαθιά συλλογή.

Τον ρώτησα  μήπως θέλει να βγούμε έξω, έχω τον τρόπο να τον πάρω μαζί μου. Πήγα στον διευθυντή και του είπα μόνο για τις γιορτές θα τον αναλάβω και θα τον φέρω πίσω. Δέχτηκε ο διευθυντής και έτσι με ένα ταξί πήγαμε στο σπίτι του και είδα τρία άτομα γύρω από ένα τραπέζι να έχουν ένα σταυρόψωμο, έτοιμο, κομμένο, λες και τον περίμεναν και μόλις μας είδαν άρχισαν την προσευχή και πήρε ο καθένας ένα κομμάτι και το κουκί έπεσε στον φίλο μου. Ομολογώ, ότι συγκινήθηκα από την ιστορία της άτυχης οικογένειας και είπα στη γυναίκα του. Είμαι ο Αη-Βασίλης, επειδή μου έκλεψαν την στολή μου, ήρθα με τα κοινά ρούχα μου, μη μου κρατάτε κακία για αυτό και έβγαλα όσα μετρητά είχα  πάνω μου τα έδωσα στη γυναίκα του, κάπου τριάντα χιλιάδες δολάρια. Τους είπα, εγώ θα ξαναέρθω, αν μου το επιτρέψει ο Θεός, διότι πολλά πράγματα, περιμένουν πολλοί από μένα. Ρώτησα τον φίλο πριν βγω στον δρόμο, τώρα έχεις τα λεφτά για να αγοράσεις κανονικό σκοινί, θα το κάνεις; Με κοίταξε στα μάτια, με αγκάλιασε και μου είπε, φαίνεται  πως δεν έχεις οικογένεια, γιατί δεν μένεις μαζί μας, αντί να πάς στο τρελοκομείο; Για να δεις, ότι δεν θα το κάνω. Το σκέφτηκα, το ξανά σκέφτηκα και το βρήκα σωστό, ο καλλίτερος τρόπος για να χαθούν τα ίχνη μου θα ήταν να μείνω εκεί και να τραβάω το σκοινί της ζωής.

Και έμεινα.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.