-Ήτανε λέει μια φορά, ένα μικρό σποράκι. Τόσο μικρό, που ίσα που φαινότανε από ανθρώπου μάτι. Είχε ένα χρώμα κίτρινο, λεμόνι μυρωδάτο. Κι ένα σχήμα αλλιώτικο, παράξενο.

-Να ’μοιαζε με τα κύτταρα που έχουμε εντός μας; Να ‘ταν μικρή αχιβάδα; Να ‘ταν λεκές στα ρούχα μας; Άραγε τι να ήταν;

-Και το σποράκι έστεκε μόνο του εκεί πιο πέρα. Μέρες και μέρες και καιρούς και Άνοιξες και Χειμώνες. Τα καλοκαίρια ίδρωνε, ούτε μια στάλα νεράκι κανείς ποτέ δε του  ‘δινε, καημένο μου σποράκι.

– Το ‘πιάνε το παράπονο. Καθόταν μόνο κι έκλαιγε: «Αχ, πότε θα έρθει κάποιος παρέα μου και πότε θα δροσίσει; Βαρέθηκα πια, δε βαστώ. Ας γίνει κάτι, μια αλλαγή, το νήμα της ζωής μου να γυρίσει».

-Γιατί εξέχασα να πω, πως το σποράκι ήτανε μεγάλος καλλιτέχνης και ποιήματα σκαρφιζότανε και ζωγραφιές και σκέρτσα, μα τόσο μόνο που ήτανε, τα έχανε τα κέφια

– Μια μέρα όμως έβρεξε, νερό πολύ εχύθη, απ’ τους ουρανούς κατέβαινε, στα βάθη, εξαφανίστη. Και ρούφηξε η γης πολύ νεράκι, έτσι το προσφώνησε το κίτρινο σποράκι.

– Ξεδίψασε το χώμα. Λάσπωσε και άμα το ‘πιανες στις χούφτες σου πηλό το έπλαθες και κούπες και πιατάκια. Και άμα το ‘ψηνες στο φούρνο, γινόταν μπιφτεκάκια.

– Εχάρηκε το σπορίδιον: «Αχ, να ‘τη η ευτυχία, τώρα έγινα μούσκεμα. Θα κάτσω ήσυχα– ήσυχα και θα αναμένω. Τι στο καλό! Τόσον καιρό περίμενα, κάποτε θα ψηλώσω».

-Και νάτο το σποράκι μας, ξεμύτισε δειλά– δειλά και σήκωσε κεφάλι και βγήκε η μυτούλα του απ’ το υγρό το χώμα. «Αχ ας μη με πατήσουνε» σκεφτόταν το καημένο «τσάμπα θα πάει ο κόπος μου και τόσο παρακάλι».

– Και σαν να τ’ άκουσε ο Θεός και οι άγγελοι και οι μάγοι, κανείς δεν πέρναγε από  ‘κει, μέχρι να μεγαλώσει. Και πήρε φόρα το μωρό και δως του και μεγάλωσε και ψήλωνε και φάρδαινε. Κι έγινε τόσο όμορφο, λουλούδι μυρωδάτο, κίτρινο σαν το φλουρί, με ασημιές ανταύγειες.

– Κι έβγαζε μια μυρωδιά, που σ’ έστελνε στην κόλαση. «Θου κύριε» ψιθύριζαν οι άγγελοι τα βράδια όταν ξάπλωναν στο μαλακό κρεβάτι. «Τι να ’ναι τούτο το φυτό; Τι ομορφιά! Τι χάρη! Μες στο καζάνι θα μας στείλει ο Ύψιστος χαμπάρι αν μας πάρει»

-Μα ο Ύψιστος κι αυτός καθότανε μόνος του στο κρεβάτι. Κοιτούσε το λουλούδι μας κι άνοιγε το παράθυρο για να το απολαύσει. «Χαμπάρι αν με πάρουνε» σκεφτόταν τους αγγέλους «θα με μαλώσουνε πολύ που κάθομαι σαν κοπελιά μπροστά στο παραθύρι. Μα το άτιμο, τι μυρωδιά, τι κόρδωμα, τι χάρη! Και σαν γέρνει το κεφαλάκι του και γλυκοκοιμάται, έτσι μου ’ρχεται να μεταμορφωθώ, να πάω κάτω και να το γλυκοφιλήσω».

-Και ήρθε το Φθινόπωρο και άρχισαν τα κρύα και το λουλούδι έκανε πολλά πολλά σποράκια «αχ, τι καλά» εσκέφθηκε το καημενούλι «τώρα δε θα είμαι μόνο μου, θα έχω κι αδερφάκια. Θα κάτσω πάλι ήσυχο, στον ύπνο θα το ρίξω και όταν έρθει η ώρα μου, ξανά μανά θ’ ανθίσω».

-Το είδε ο Θεούλης ο καλός και του ’φτιαξε γουβίτσα: «Κοιμήσου λουλουδάκι μου κι εγώ θα σε προσέχω. Σιγά σιγά θα γίνεις μεγάλη οικογένεια, έτσι φτιάχτηκε ο κόσμος, με υπομονή κι ευγένεια. Υπάρχουν κι άνθρωποι κακοί που θα σε ζηλέψουν, το χέρι τους θ’ απλώνουν για να σε ξεριζώνουν. Μα εγώ θα τους μπερδεύω. Γιατί ο κακός μπερδεύεται! Έχει μέσα του την πονηριά και λάθος πορεύεται. Ενώ ο καλός θα σ’ αγαπά και θα σε περιφράξει. Γερό να μένεις δυνατό, όμορφα να μοσχοβολάς και χρώματα να βγάζεις. Γιατί η χάρη θέλει αντίχαρη και η αγάπη χάδι.

-Κι έκλεισε το παράθυρο ο Παππούλης κι έστειλε τους αγγέλους του να το γλυκοπροσέχουν…

Υ.Γ.: Σας το φρεσκάρω. Στο επόμενο έρχεται «Το κακό σπορίδιον»…

Θεοπίστη

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.