Το Σταυράκη  

0
18

Του Βασίλη Τζιτζή, Σκάλα Καλλιράχης Θάσος

Αυτή είναι μια από τις πολλές ιστορίες που μου διηγήθηκε η μάνα μου, από τα πρώτα χρόνια στο καινούριο τους χωριό την Κουμπάλιστα της Δράμας,, μετά την προσφυγιά από την Τουρκία.

Όπως μου είπε η μάνα μου, τότε όλο το χωριό ήταν δεκαέξι μαχαλάδες, με μια μεγάλη πόρτα για τα βοιδόκαρα και τους ανθρώπους και μια μικρή μόνο για ανθρώπους.

Ένας τέτοιος μαχαλάς ήταν και ο μαχαλάς του Παπαμακάριου, που είχε μια μεγάλη πόρτα με χοντρά μαδέρια και μια μικρή που έβγαζε στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου.

Όλοι οι μαχαλάδες είχαν και το πηγάδι τους, μάλιστα μερικοί είχαν δύο πηγάδια.

Αλλά το καλλίτερο νερό το είχε το πηγάδι που δεν ήταν σε μαχαλά, εκείνο που ήταν μπροστά στο σπίτι του Σαρρήανεστη.

Βέβαια ο Σαρρήανέστης έχτισε το σπίτι του μετά από πολλά χρόνια.

Αλλά το χωριό προτιμούσε να φέρνει νερό από το Τζαμί, που υπήρχαν πολλά πηγάδια και ένας τούρκικος οικισμός με πραγματικό τζαμί και πολλά τούρκικα σπίτια.

Όλος ο κόσμος ήταν ένα κουβάρι, πρόσφυγες από την Μικρά Ασία, από τον Πόντο, από την Θράκη, ο καθένας με τα βάσανά του, αλλά όλους τους έδενε η κοινή μοίρα να επιβιώσουν.

Το χωριό δεν είχε αστυνομικό τμήμα, αλλά κάθε μέρα έρχονταν δύο χωροφύλακες από την Προσοτσάνη με τα άλογά τους και πολλές φορές διανυκτέυαν στην κοινότητα και τα άλογά τους τα έδεναν στο Μεϊντάνι δίπλα στου Κέλθοδωρή το σπίτι, που έχ-τισε μετά.

Όλοι προσπαθούσαν να πιάσουν ένα σπίτι να βολευτούν, οι εργένηδες έψαχναν να βρούνε νύφη να παντρευτούν για να πάρουν κλήρο και μέσα σε όλα τα προβλήματα και  οι προξενιές πήγαιναν γόνατο.

Σχεδόν κάθε Κυριακή είχαμε και  έναν γάμο, ο τάδε πόντιος παίρνει την τάδε θρακιώτισσα, ο τάδε μικρασιάτης  παίρνει την τάδε πόντια και πάει λέγοντας.

Μόνο οι πόντιοι, όχι όλοι αλλά ορισμένοι δεν ήθελαν να παντρευτούν άλλη, ήθελαν σώνει και καλά να είναι πόντια η νύφη, γι’ αυτό πήγαιναν στα άλλα τα χωριά και έψαχναν για νύφη.

Στο δικό μας χωριό δεν είχαμε φασαρίες, μεταξύ των προσφύγων, όπως στα άλλα τα χωριά, ας πούμε την Χαριτωμένη και την Καλή Βρύση.

Οι ντόπιοι στο χωριό μας ήταν σχεδόν όλοι καλοί νοικοκυραίοι και πολύ βοήθησαν τους πρόσφυγες, που δεν είχαν τίποτα, ούτε στρώματα, ούτε κρεβάτια, ούτε εργαλεία, ούτε ρούχα να φορέσουν.

Οι πόντιοι ήταν πολύ ταλαιπωρημένοι, αλλά και οι πιο απαιτητικοί, βέβαια είχαν και δίκαιο, διότι οι πελοποννήσιοι, έκαναν πολλές καταχρήσεις της εξουσίας τους, δίνοντας τα καλλίτερα σπίτια και παίρνοντας μπαξίσια από τους πρόσφυγες που είχαν ακόμη λεφτά από την Τουρκία.

Μέσα σ’ αυτήν την ατμόσφαιρα παιδιά της ίδιας ηλικίας αμέσως γίνονταν φίλοι, χωρίς να παρεξηγεί ο ένας τον άλλον, επειδή δεν ήξεραν ελληνικά.

Άλλωστε κανείς δεν μίλαγε τότε ελληνικά, μόνο οι πελοποννήσιοι μίλαγαν μεταξύ τους ελληνικά, αλλά πολύ συχνά έλεγαν το ωρέ.

Το ξαδερφάκι μου ο Γιαννάκης της θείας Ανθής, γνώρισε τον Γιάννη τον Ανθίτσο, που ήταν θρακιώτης και μετά γνώρισαν τον Αναστάση τον πόντιο που τον φώναζαν Χατζή και οι τρείς γίνηκαν φίλοι και μάλιστα αχώριστοι.

Μετά από κάμποσους μήνες μπήκε στην παρέα και το Σταυράκη, προσφυγόπουλο και αυτό από την Μικρά Ασία, αλλά δεν ξέρω από ποια πόλη.

Ήταν μεγαλύτερος από τα άλλα παιδιά, αλλά ταίριαξαν και συχνά γλένταγαν και οι τέσσερες παρέα.

Εκείνα τα πρώτα χρόνια, τα μεροκάματα ήταν μετρημένα και η κυβέρνηση προσπαθούσε να κάνει έργα για να δίνει δουλειά στους πρόσφυγες.

Νομίζω το Σταυράκη δούλευε σε μια τέτοια δουλειά, αλλά δεν είμαι σίγουρη.

Από τις συζητήσεις τους κατάλαβα, ότι το Σταυράκη έψαχνε για νύφη, να παντρευτεί και για να πάρει κλήρο.

Εγώ δεν μεσολάβησα καθόλου, αλλά νομίζω η νύφη μου, του ξαδέρφου μου του Σάββα η γυναίκα, η Κατερινίτσα έκανε τα προξενιά με την Αθανασία, μια θρακιώτισσα.

Όλα φαίνονταν καλά και νομίζω, ότι είχε οριστεί και η μέρα του γάμου, όταν για κάποιο λόγο μπήκε στη μέση η αδερφή της Αθανασίας, ή Μαριγώ και τσακώθηκε με το Σταυράκη και τους χώρισε, μάλιστα κατηγόρησε το Σταυράκη ότι δεν είχε τσουτσούνα.

Αυτό πείραξε πολύ το Σταυράκη, διότι διαδόθηκε στο χωριό, ότι ο Σταύρος έτσι και έτσι δεν έχει πράγμα. Φυσικά και οι φίλοι του στενοχωρέθηκαν και συζητούσαν, πώς έπρεπε να χειριστούν το πράγμα, ώστε να αποδείξουν, ότι η Μαριγώ δεν είχε δίκαιο και ότι  το Σταυράκη ήταν πραγματικός άντρας, με τα όλα του.

Μια μέρα όπως πίνανε το ούζο τους σε ένα καφενείο, πές λίγο το ούζο, λίγο το άχτι που είχαν στην Μαριγώ και πιο πολύ για να δείξουν στο χωριό ότι ο Σταύρος ήταν σωστός άνδρας, είπαν στον Σταύρο ρε σύ  μήπως είναι αλήθεια αυτό που λέει η Μαριγώ, ότι δεν έχεις τέτοιο;

Θυμώνει το Σταυράκη και βγάζει το πανταλόνι και το σώβρακό του και δείχνει στους φίλους του, ότι είναι εντάξει.

Φαίνεται, όλοι ήταν μεθυσμένοι και φορτώνονται τον Σταύρο στην πλάτη τους και τον γύριζαν στο χωριό φωνάζοντας ελάτε να δείτε, πόσο ψεύτρα είναι η Μαριγώ, ότι ο Σταύρος είναι χαντούμης.

Νομίζω ότι έκαναν μια ολόκληρη βόλτα όλο το χωριό, ο Σταύρος να φωνάζει να τον αφήσουν και τα παιδιά από πίσω να τρέχουν για να τους χαζεύουν.

Δεν ξέρω άμα βγήκαν γυναίκες να τους χαζέψουν, αλλά έγινε μεγάλο σούσουρο και πολλοί άντρες τους επιτίμησαν, ότι αυτό που έκαναν ήταν πολύ κακό και θα βρούν τον μπελά τους.

Πράγματι την άλλη μέρα ήρθαν δύο χωροφύλακες και έπιασαν τον ξάδερφό μου και την παρέα του και τους πήγαν στην Προσοτσάνη και τους έριξαν στη φυλακή.

Όταν έγινε το δικαστήριο, πήγαν πολλοί από το χωριό στη Δράμα, για να συμπαραστα-θούν στα παιδιά, ότι ήταν μεθυσμένα και δεν ήξεραν τι έκαναν και τα τέτοια και καταδικάστηκαν σε έξι μήνες φυλακή ο καθένας και θυμάμαι η θεία μου η Ανθή που μου είπε ότι είχα και δεν είχα μου τα έφαγε εκείνη η ρημάδα η Μαριγώ, αλλά τουλάχιστον τα παιδιά της βούλωσαν το στόμα με σκατά.

Η Μαριγώ έκανε δύο χρόνια να βγεί στη πιάτσα, αλλά έμεινε στο χωριό μια με το όνομα Μαριγώ η Ρουφιάνα, διότι έκανε και άλλες ρουφιανιές και τσακωνόταν με όλους.

Η Μαριγώ ήταν η μάνα του Αποστόλη του καροποιού.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.