Εκεί, ανάμεσα σε αρκετά χαμηλά σπίτια, σε κάποια χαμόσπιτα, σε όμορφες μονοκατοικίες και σε μερικές… ηλικιωμένες, ορθωνόταν μία πολυκατοικία. Εκείνη όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα. Μια τετραώροφη οικοδομή, με πολύ φως, ήλιο, με μεγάλα, φαρδιά σκαλοπάτια και επίσης με μεγάλα παράθυρα, τα οποία έβλεπαν στη θάλασσα και σε όποια πλοία ή βαρκούλες, έμπαιναν ή έβγαιναν στο και από το λιμάνι.

Τα μεγάλα παράθυρα κοιτούσαν καθημερινώς και στο μεγάλο πάρκο της πόλης μας, στ’ αυτοκίνητα που βολτάριζαν στους τότε σχετικά άδειους οδικούς δρόμους και γενικώς εκείνα τα παράθυρα, έβλεπαν προς μία νέα ζωή. Νέα οικοδομή, νέοι ιδιοκτήτες, νεαρά άτομα, μικρά παιδιά. Όλο το μέλλον ήταν δικό τους. Και του κτηρίου, αλλά και των ανθρώπων.

Σ’ εκείνη την πολυκατοικία λοιπόν, χτίστηκαν φιλίες, δημιουργήθηκαν έχθρες, στα μεγάλα φαρδιά σκαλοπάτια έγιναν άπειρα καλλιστεία, στην κοινόχρηστη αυλή, αμέτρητα φεστιβάλ τραγουδιού, με μικρόφωνο οτιδήποτε αρπάζαμε από τα σπίτια μας.

Μέσα της πλάστηκαν όνειρα, στην αρχή παιδικά, μετά εφηβικά και πολύ αργότερα ήρθαν και εκείνα της νέας ζωής. Της οικογένειας, της δουλειάς και οποιοδήποτε άλλο όνειρο, φτιάχνει ο ανθρώπινος νους.

Απέναντι από τη νεόκτιστη οικοδομή, υπήρχε μία τεράστια αλάνα, με παρκαρισμένα τόσα αυτοκίνητα, όσα και τα δάχτυλα του ενός χεριού. Το πιο όμορφο όμως και σπορ αμάξι, ήταν το δικό μας. Ο πατέρας μου από τα νιάτα του αυτοκινητιστής, είχε μία μανία με τέτοιου είδους οχήματα. Σ’ εκείνη την έρημη αλάνα λοιπόν, ανάβαμε μεγάλες φωτιές και μαζευόμασταν όλα τα παιδιά, πολλά παιδιά και κάναμε ένα σωρό φανταστικά παιχνίδια και συζητήσεις.

Λίγο πιο πάνω, υπήρχε, υπάρχει ακόμη βεβαίως, ένα πρανές γεμάτο με βραχάκια. Το σημείο εκείνο το είχαμε ονομάσει τα «βραχάκια» και όταν πηγαίναμε εκεί, νομίζαμε πως κάναμε κάποιο μακρινό ταξίδι. Όταν χιόνιζε δε, πηγαίναμε για γλίστρες!!!

Στο δρόμο πάνω από τα βραχάκια, κάπου σε ένα μικρό ανηφοράκι, υπήρχε ένα γαλακτοπωλείο. Το όνομα αυτού ΖΗΚΟΣ!!! Ήταν ένα μεγάλο μαγαζί, μ’ ένα ψυγείο όπως εκείνο της ελληνικής ταινίας και είχε και δύο-τρία τραπεζάκια. Τον ιδιοκτήτη του καταστήματος, φυσικά τον έλεγαν Ζήκο!!! Όταν πηγαίναμε λοιπόν για να πάρουμε γάλα, είτε άσπρο, είτε κακάο (το κακάο πάντα το θαυμάζαμε γιατί μας άρεζε το χρώμα του), το αγοράζαμε σ’ εκείνο το πλαστικό μπουκάλι με τις οριζόντιες ρίγες και με το ασημόχαρτο αντί για καπάκι. Μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι, ξύναμε πάντα, μα πάντα με τα νύχια μας το ασημόχαρτ5ο και το κάναμε λείο. Όταν μας έστελνε η μαμά μας για να αγοράσουμε τυρί, ΖΗΚΟΣ είπαμε χαχαχα, έβγαζε εκείνος με τη μεγάλη μαχαίρα ένα κομμάτι και το ακουμπούσε στο άσπρο χαρτί ή στο καφέ. Ανάλογα φαντάζομαι με το τι του πήγαιναν οι έμποροι.

Πιο κάτω από το γαλατάδικο, πάλι σε μία γωνία, στεκόταν ένα μπακάλικο. Του κυρίου Γιώργου. Εκείνος λοιπόν φορούσε συνεχώς μία γκρι ποδιά, αλλά με μανίκια. Σα ρόμπα δηλαδή. Το μπακάλικο ήταν μακρόστενο και χαμηλοτάβανο, με τσιμεντένιο πάτωμα και στο βάθος του άνοιγε σε ένα μεγάλο δωμάτιο, στο οποίο υπήρχε ένα παλιό ξύλινο τραπέζι και δύο αντικέ καρέκλες. Εκεί, καθόταν ο κύριος Γιώργος κι έκανε τους λογαριασμούς ή εμείς όταν ψώνιζε η μαμά μας κι έπρεπε να την περιμένουμε για να τη βοηθήσουμε με τα ψώνια.

Μου άρεζε πάρα πολύ όταν πήγαινα εκεί, ήταν τόσο… παλιό, λίγο σκοτεινό, με τσουβάλια τροφίμων γύρω-γύρω, με τη γραφική φιγούρα του μπακάλη, με την ανάκατη μυρωδιά που πλανιόταν μονίμως στον αέρα. Στον κύριο Γιώργο, (η μαμά μου έλεγε κάποιες φορές «πα, πα, πα, φαρμακείο είναι σε κάποια είδη») άρχισα να τρώω τις πασίγνωστες σοκολάτες ΙΟΝ πλακίτσες. Οι οποίες φυσικά και δυστυχώς, καμία σχέση δεν έχουν με τις τωρινές. Μετά ήρθαν και τα Φοφίκο. Και τα γαριδάκια Μπόζος. Φωνάζαμε λοιπόν την ώρα του παιχνιδιού: «Μαμάααα… πέτα πέντε δραχμές για να πάρουμε Φοφίκοοοο…». Και η μαμά απαντούσε; «Όχι, δεν πετάω. Δε θα τρώτε συνέχεια τέτοιες χαζομάρες. Είπαμε, κάποιες φορές μόνο». Αλλά εμείς… εκεί: «Έλα ρε μαμά. Τα άλλα παιδιά πως τρώνε;». Και η μαμά ανένδοτη: «Ας τρώνε». Και μας παρατούσε στην τύχη μας. Βέβαια αργότερα, την ίδια τακτική πέρασα και στο δικό μου παιδί και ευτυχώς, γιατί τώρα με ευγνωμονεί γι’ αυτό.

Τα χρόνια πέρασαν. Ο Ζήκος, ο κύριος Γιώργος, τα χαμόσπιτα, οι ολάνθιστες αυλές, ο πατέρας μου και το σπορ όμορφο αμάξι, η μεγάλη αλάνα, δεν υπάρχουν πια. Οι μεγάλες φωτιές σβήσανε, κάποια παιδικά όνειρα γίνανε πραγματικότητα, κάποια άλλα όμως δυστυχώς όχι. Η νεόκτιστη οικοδομή, γέρασε κι αυτή.

Υπάρχουν όμως οι ωραίες αναμνήσεις. Πως κάτι ωραίο ζήσαμε, πως είμαστε ακόμη εδώ. Υπάρχουν οι πλακίτσες ΙΟΝ, που μερικές φορές τρώω, το ότι ακόμη ξύνω τα ασημόχαρτα. Υπάρχει η μαμά μου που κάποιες μέρες κι ενώ είμαστε έξω της λέω: «Μαμά (και όχι μαμάααα…) κέρασε μου έναν καφέ (γιατί δεν μπορώ να της πω: «πέτα πέντε δραχμές για Φοφίκο»). Γιατί θέλω να νιώσω πάλι μικρή, παιδί, ανέμελο, με τη μαμά μου νέα, την αδελφή μου μικρούλα, τα άλλα παιδιά να παίζουνε κρυφτό. Να ξαναζήσω τα μαγικά ταξίδια στα βραχάκια, τη μυρωδιά του μπακάλικου…

Ένα, δύο, τρία, τέσσερα, …, φτου και βγαίνω κι όποιον βρω…

Θεοπίστη

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.