Φωτιά απόψε πήρε ο ουρανός. Τη νύχτα κέντησα πρωί στο παραθύρι. Και το φεγγάρι ρόδινο, σα μήλο ζηλευτό. Μια φέτα έκοψα με ατσάλινο μαχαίρι. Και το μαχαίρι λέρωσε με αίμα σκοτεινό. Κι εκείνο έσταξε μες της καρδιάς το τάσι.

Κι έτσι όπως κάθομαι εκεί και το θωρώ, λειψό μου φαίνεται. Ανθρώπινο κουρέλι.

Τα ξέφτια άτσαλα αρχίζω και τραβώ. Το αίμα στέγνωσε στην άκρη του ουρανού και μάτια κοίταξαν το τάσι το γιομάτο.

«Καρδιά μου πόνεσες. Φεγγάρι μου μην κλαις». Και το μαχαίρι το ‘θαψα, βαθιά μέσα στη γη. Το αίμα σκούπισα μ’ εκείνα τα κουρέλια. Το μήλο έγειρε στα πόδια του Θεού, τη νύχτα έσβησα αργά, μες στη χρυσή αυγή.

Και η ζωή προχώρησε ακόμη ένα βήμα. Και το μυαλό σημάδεψαν οι σκέψεις και οι φωνές.

«Καρδιά μου στάσου λίγο, ξεκουράσου».

Το νυχτικό σου πέταξε, με φως να θαμπωθείς…

Ανθρώπων όνειρα, ευχή μεγάλη γίνε. Και σαν το μαύρο θέλεις να φοράς, τα μάτια κλείσε, τους ήχους σβήσε και τ’ όνειρο, ζωή θα γίνει πάλι.

Το φως που βλέπεις, θαμπώνει, σβήνει, μα πάντα, πάλι, είναι εκεί…

Τα μάτια ρίξε, εκείνο ψάξε. Το φως δε φεύγει, σε περιμένει! Είτε φεγγάρι είτε και ήλιος, εσύ το δρόμο πρέπει να παίρνεις. Τα πόδια σύρε, βήματα μέτρα κι εκεί θα φτάσεις… Εκεί όπου θέλεις!!!

Και όταν το μήλο γίνει φεγγάρι και το φεγγάρι πέσει απ’ το δέντρο, καλάθι πάρε και μάζεψέ το.

Και σαν τα βράδια βγάζεις μαχαίρια και σαν ματώνεις και σαν ξεφτίζεις, θυμήσου μόνο πως το χρυσάφι θα ‘ρθει κοντά σου. Δίπλα στο τάσι, που είχε το αίμα. Πως κάθε αυγή είναι μια άλλη. Πως ως γυναίκα μεταμορφώνει, κορμί και βλέμμα. Ψυχή περίσσια… Το φως της κοίτα και ακολούθα…

Θεοπίστη

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.