Το τελευταίο ιστορικό βιβλίο του Στάθη Πελαγίδη: Η «ζωή εν τάφω» των Ελλήνων στρατιωτικών αιχμαλώτων του Μικρασιατικού πολέμου

0
4554

Φως σε μία οδυνηρή πτυχή της ιστορίας, των 56.520 Ελλήνων στρατιωτικών αιχμαλώτων της Μικρασιατικής καταστροφής, έριξε ο αείμνηστος Ευστάθιος (Στάθης) Πελαγίδης, ομότιμος καθηγητής ιστορίας του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, που απεβίωσε την Δευτέρα 26 Φεβρουαρίου 2024 σε ηλικία 88 ετών, με το τελευταίο ιστορικό βιβλίο του «Μικρασιατική καταστροφή 1922: Η «ζωή εν τάφω» των Ελλήνων στρατιωτικών αιχμαλώτων», από τις εκδόσεις Ινφογνώμων. Στόχος του Στάθη Πελαγίδη ήταν, να καλύψει το κενό που υπάρχει γι’ αυτό το θέμα τόσο από πλευράς επιστημονικής έρευνας, όσο και από πλευράς επίσημης πολιτείας, αλλά και να υπογραμμίσει ότι, οι Έλληνες στρατιωτικοί που αιχμαλωτίστηκαν, ήταν και είναι εθνικοί ήρωες.

Στις 30 Ιανουαρίου 1923, συμφωνήθηκαν και υπογράφτηκαν στην Λοζάνη, μεταξύ Ελλάδας-Τουρκίας, δύο συμβάσεις: α) Η σύμβαση περί ανταλλαγής των ελληνικών και τουρκικών πληθυσμών, μετά πρωτοκόλλου, β) η ελληνοτουρκική συμφωνία περί αποδόσεως των πολιτικών κρατουμένων και ανταλλαγής των αιχμαλώτων πολέμου. Οι δύο συμβάσεις άρχισαν να υλοποιούνται πριν από την τελική σύναψη της συνθήκης ειρήνης της Λοζάνης (24/7/1923) και, από την Ελλάδα, επικυρώθηκαν με Ν.Δ. της 25ης Αυγούστου 1923.

Ο Στάθης Πελαγίδης αναφέρει στο βιβλίο του: «Στην παρούσα έρευνα θα ασχοληθούμε μόνο με την ανταλλαγή των αιχμαλώτων πολέμου. Τα δύο άλλα θέματα, ανταλλαγή πληθυσμών και απόδοση πολιτικών κρατουμένων, θίγονται περιστασιακά, αλλά και αναγκαστικά, εφόσον οι τρεις αυτές «ανταλλαγές» όχι μόνο συναποφασίζονται από τα δύο κράτη, αλλά και συλλειτουργούν εν τη πράξει.

Για την ανταλλαγή, λοιπόν, των στρατιωτικών αιχμαλώτων (αιχμαλώτων πολέμου), των πολιτικών ομήρων και των ελληνοτουρκικών πληθυσμών, προηγήθηκε, κατ’ αρχήν, το «Πόρισμα της εν Λωζάνη υποεπιτροπής», υπό την προεδρεία του Μοντανέα. Το πόρισμα υποβλήθηκε και εις τον Βρετανό Κώρζον, πρόεδρο της επιτροπής για τις μειονότητες. Ποια είναι τα κύρια σημεία του:

1. Απόδοση των πολιτικών ομήρων Ελλάδας και Τουρκίας

2. Ανταλλαγή αιχμαλώτων πολέμου

3. Υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών Ελλάδας-Τουρκίας, εκτός των μουσουλμάνων Δυτικής Θράκης και Ελλήνων Κωνσταντινούπολης, οι οποίοι διέμεναν εκεί και πριν από τις 30 Οκτωβρίου 1918. Η ανταλλαγή των πληθυσμών θ’ αρχίσει τον Μάιο του 1923. Ειδικές μικρές επιτροπές θα φροντίσουν γι’ αυτή, αλλά και για την εκτίμηση των εγκαταλειφθησομένων περιουσιών. Κατάλογοι των πολιτικών και στρατιωτικών αιχμαλώτων, κρατουμένων από Ελλάδα και Τουρκία, έχουν υποβληθεί στον Διεθνή Ερυθρό Σταυρό, στη Γενεύη.

Βάσει αυτού του πορίσματος, ακολούθησε η συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, για την ανταλλαγή πολιτών ομήρων και στρατιωτών αιχμαλώτων. Οχτώ (8) είναι τα άρθρα αυτής της συμφωνίας:

Άρθρο 1ο

Η ελληνική κυβέρνηση θα μεριμνήσει για την παράδοση στην Τουρκία των κρατουμένων Τούρκων ομήρων πολιτών και αιχμαλώτων πολέμου ως εξής:

-Οι καταγόμενοι από την Ανατολή, θα μεταφερθούν στην Σμύρνη, μερίμνη της ελληνικής κυβέρνησης.

-Οι καταγόμενοι από την Θράκη, θα προωθηθούν στην Κωνσταντινούπολη.

Η παράδοση θα αρχίσει εφτά (7) μέρες μετά την υπογραφή της συμφωνίας και θα ολοκληρωθεί, το πολύ, μέσα σε δύο (2) εβδομάδες για τα πρόσωπα που περιλαμβάνονται στους καταλόγους, τους οποίους έδωσαν οι δύο κυβερνήσεις.

Άρθρο 2ο

Η τουρκική κυβέρνηση έχει την ευθύνη να παραδώσει τους Έλληνες πολιτικούς ομήρους και αιχμαλώτους πολέμου.

Η παράδοση θα γίνει στην Σμύρνη και στην Κωνσταντινούπολη, κατά τρόπο, ώστε η παλιννόστησή τους να γίνει αμέσως μετά την παλιννόστηση των Τούρκων πολιτικών ομήρων και αιχμαλώτων πολέμου.

Άρθρο 3ο

Μέσα σε 15 μέρες, η Ελλάδα θα παραδώσει στην Σμύρνη το σύνολο των Τούρκων αιχμαλώτων πολέμου.

Άρθρο 4ο

Η Τουρκία θα παραδώσει στην Ελλάδα ίσο αριθμό Ελλήνων αιχμαλώτων: αξιωματικό αντί αξιωματικού και οπλίτη αντί οπλίτη.

Άρθρο 5ο

Οι υπόλοιποι αιχμάλωτοι πολέμου και πολιτικοί όμηροι, θα παλιννοστήσουν αμέσως μετά την υπογραφή της ειρήνης (Συνθήκη Λοζάνης, 24/7/1923), το πολύ μέσα σε τρεις (3) εβδομάδες.

Άρθρο 6ο

Για να κατοχυρωθεί η ειρήνευση μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, οι δύο χώρες συμφώνησαν να αμνηστεύσουν όλους τους αιχμαλώτους πολέμου και τους πολιτικούς ομήρους, οι οποίοι είναι εγκάθειρκτοι για ποινές πολεμικού δικαίου, ή ποινές πειθαρχικών αδικημάτων.

Άρθρο 7ο

Την εποπτεία αυτού του έργου (απόδοση πολιτικών ομήρων και αιχμαλώτων πολέμου) θα έχει 5μελής επιτροπή του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού: Τρία μέλη από κράτη μη συμμετάσχοντα στον α΄ παγκόσμιο πόλεμο κι ανά ένα μέλος από Ελλάδα και Τουρκία. Η επιτροπή αυτή, κατ’ αρχήν, θα έχει τον έλεγχο της όλης διαδικασίας, παραδόσεως και ανταλλαγής των πολιτικών ομήρων και των αιχμαλώτων πολέμου: παραλαβή και έλεγχος προσώπων μέχρι την τελική παράδοσή τους. Ακόμα, μέριμνα για ζητήματα μεταφοράς και παλιννόστησης Ελλήνων και Τούρκων. Έπειτα, η ίδια επιτροπή θα ερευνήσει, σε συνεργασία με τις δύο κυβερνήσεις, την τύχη των ομήρων και αιχμαλώτων, οι οποίοι δεν συμπεριλαμβάνονται στους παραπάνω καταλόγους.

Άρθρο 8ο

Οι δαπάνες συντήρησης και λειτουργίας της παραπάνω επιτροπής θα βαρύνουν τις δύο κυβερνήσεις.

Στα δύο κύρια κέντρα αναχώρησης και άφιξης Ελλήνων και Τούρκων στρατιωτικών αιχμαλώτων, Κωνσταντινούπολη και Σμύρνη, έχουν τοποθετηθεί, εκ μέρους της Διεθνούς Επιτροπής, οι Μπουρνιέ και Σάνκιεν, αντίστοιχα, ως υπεύθυνοι.

Στο ερώτημα, πόσοι, τελικά, είναι οι Τούρκοι, εν Ελλάδι και οι Έλληνες, εν Τουρκία, στρατιωτικοί αιχμάλωτοι, δίνει απάντηση η επίσημη ανακοίνωση της παραπάνω διεθνούς επιτροπής του Ερυθρού Σταυρού. «Η επί της ανταλλαγής επιτροπή των πολιτικών και στρατιωτικών αιχμαλώτων απεδέχθη τον πίνακα μεταφορών, τον οποίον παρουσίασαν αι ελληνικαί αρχαί. Ο εν λόγω πίναξ έχει ως βάσιν την αποστολήν, περίπου, 4.300 πολιτικών ομήρων Τούρκων και την ανταλλαγήν, περίπου, 2.700 οπλιτών και 340 αξιωματικών, επίσης Τούρκων». Εξάλλου, η Ερυθρά Ημισέληνος (Ερυθρός Σταυρός Τουρκίας) διεβίβασε στον Ερυθρό Σταυρό της Ελλάδος τους καταλόγους των κρατουμένων Ελλήνων στρατιωτικών αιχμαλώτων: 4 στρατηγοί: Τρικούπης, Κλαδάς, Διγενής, Δημαράς, 32.000 οπλίτες (αντί 54.000), 2.050 αξιωματικοί, ανώτεροι και κατώτεροι, (αντί 2.520). Σίγουρα ήταν πάνω από 60.000, οι Έλληνες στρατιωτικοί αιχμάλωτοι. Αλλά, δεν ήταν μόνο αριθμητική η τεράστια διαφορά μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων στρατιωτικών αιχμαλώτων. Ήταν, κυρίως, ποιοτική. Αρκεί να σημειώσομε ότι, από το μεγάλο αυτό μέγεθος των Ελλήνων στρατιωτικών αιχμαλώτων, επέστρεψαν μόνο 15.500 στρατιώτες και 1.000 αξιωματικοί. Αντίθετα, οι Τούρκοι συνάδελφοί τους επέστρεψαν όλοι και, μάλιστα, με τις καλύτερες εντυπώσεις: Συνολικά, 3.040, εκ των οποίων οι 340 αξιωματικοί. Ο Χρίστος Σπανομανώλης, ο οποίος «έζησε» όλη την αιχμαλωσία και κατέγραψε τα ονόματα των διασωθέντων στρατιωτικών αιχμαλώτων, τους ανεβάζει, μόλις, στα 1.645 άτομα.

Εγκύκλιος του Υπουργείου Στρατιωτικών για την παλιννόστηση των αιχμαλώτων πολέμου

Μετά τις παραπάνω, διεθνούς επιπέδου, ρυθμίσεις, εκδόθηκε η παρακάτω εγκύκλιος διαταγή του ελληνικού Υπουργείου Στρατιωτικών, για την παλιννόστηση, αποκλειστικά, των στρατιωτικών αιχμαλώτων, Ελλήνων και Τούρκων. Στην εν λόγω εγκύκλιο ρυθμίζονται όλες οι περιπτώσεις και οι λεπτομέρειες αυτού του θέματος:

1. Η παλιννόστηση, για τους Έλληνες, θα αρχίσει περί τα τέλη Φεβρουαρίου 1923. Προβλέπεται ότι, η πρώτη αποστολή παλιννόστησης θα περιλαμβάνει 343 αξιωματικούς και 9.723 οπλίτες.

2. Η παραλαβή των αιχμαλώτων θα γίνει από την διεθνή επιτροπή, σε συνεργασία με τις στρατιωτικές Αρχές της Τουρκίας.

3. Η μεταφορά των Ελλήνων αιχμαλώτων θα γίνει με τα ίδια ατμόπλοια, με τα οποία θα μεταφερθούν οι Τούρκοι αιχμάλωτοι.

4. Σε κάθε ατμόπλοιο θα υπηρετούν: ένας υγειονομικός αξιωματικός, δύο νοσοκόμοι, ένας αξιωματικός διαχείρισης. Επίσης, θα υπάρχει η σχετική υποδομή σε τρόφιμα και κλινοσκεπάσματα, ανάλογα και ισάριθμα με τον αριθμό των αιχμαλώτων.

5. Σχετικά με τους Τούρκους αξιωματικούς και οπλίτες, αποφασίστηκε τα ατμόπλοια να τους αποβιβάσουν πρώτα στην Μακρόνησο, για απολύμανση και κάθαρση. Στην Μακρόνησο, επίσης, για την πρώτη υποδοχή των Ελλήνων αιχμαλώτων πολέμου σε ελληνικό έδαφος, θα ιδρυθεί ειδικό στρατόπεδο, υπό την διοίκηση ανώτερου αξιωματικού και θα εγκατασταθεί υγειονομικός σταθμός, με αντίστοιχο προσωπικό, υπό την διοίκηση ανωτέρου αξιωματικού. Για την απολύμανση και την κάθαρσή τους, θα εκδοθεί ειδική διαταγή της Υγειονομικής Υπηρεσίας, σε συνεννόηση με το Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας. Η Διεύθυνση Επιμελητείας Στρατού, θα μεριμνήσει για τα απαιτούμενα τρόφιμα των Ελλήνων αξιωματικών και οπλιτών, στο διάστημα της παραμονής τους στην Μακρόνησο. Οι επανερχόμενοι Έλληνες αιχμάλωτοι, μετά την απολύμανση, θα πάρουν μηνιαίες άδειες και, στην συνέχεια, οι αξιωματικοί και οι υπασπιστές θα παρουσιαστούν σε στρατιωτικές Αρχές της περιοχής διαμονής τους. Ακολουθούν ειδικότερες οδηγίες, για όσους θα παραμείνουν στο στράτευμα και για όσους θα απολυθούν, ή θα αποστρατευθούν.

Αμέσως μετά τις παραπάνω ρυθμίσεις και προετοιμασίες, από ελληνικής πλευράς, η 5μελής διεθνής επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού μεταβαίνει στην Σμύρνη (στα μέσα Φεβρουαρίου 1923), για να ρυθμίσει επείγοντα σχετικά ζητήματα: Τρόπο μεταφοράς αιχμαλώτων από τα στρατόπεδα στο λιμάνι, αριθμό ατμόπλοιων, τα οποία θα είναι ελληνικά και μόνο, υγειονομικά μέτρα για τραυματίες και ασθενείς κ.ά. Ενώ, όμως, η μεταφορά των αιχμαλώτων συναποφασίστηκε να ολοκληρωθεί, εκατέρωθεν, εντός δύο εβδομάδων από την υπογραφή της σύμβασης (30 Ιανουαρίου1923), καθυστέρησε, δυστυχώς, πάνω από έναν χρόνο, με καθαρή την υπαιτιότητα της Τουρκίας. Κατά τα συμφωνηθέντα, έπρεπε να προηγηθεί η απελευθέρωση και προώθηση στην Τουρκία, εκ μέρους της Ελλάδας, των Τούρκων αιχμαλώτων πολέμου. Και, μάλιστα, μέχρι τέλη Φεβρουαρίου 1923. Και, όμως, η Ελλάδα δεν προχώρησε σ’ αυτό το βήμα, μόνο και μόνο, για να ασκήσει πίεση στην Τουρκία, ώστε να σταματήσει τους εκτοπισμούς των ελληνικών πληθυσμών από την περιοχή του Πόντου.

Ο Έλληνας υπουργός των εξωτερικών, στον οποίο διαμαρτυρήθηκε, γι’ αυτή την καθυστέρηση ο πρόεδρος της διεθνούς επιτροπής ανταλλαγής αιχμαλώτων, έθεσε υπόψη του ότι, βασική προϋπόθεση, για να προβεί η χώρα σ’ αυτή την διαδικασία, είναι να σταματήσει η τουρκική πλευρά τους διωγμούς του ελληνικού στοιχείου. Και προς αυτή την κατεύθυνση μπορεί να συμβάλει σημαντικά και η ίδια η διεθνής επιτροπή, με ανάλογες παρεμβάσεις στην κυβέρνηση της Τουρκίας. Τελικά, από την εγκύκλιο του Υπουργείου Στρατιωτικών δεν υλοποιήθηκε η απόφαση για ίδρυση στρατοπέδου υποδοχής και απολυμαντηρίου στην Μακρόνησο. Αντίθετα, αποφασίστηκε, οι επανερχόμενοι στρατιωτικοί να απολυμαίνονται στα απολυμαντήρια του Αγίου Γεωργίου, στην Σαλαμίνα, κοντά δηλαδή στο λιμάνι του Πειραιά».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.