Απορούσε ο Θανάσης με μερικούς που πέταγαν τα χιλιάρικα χωρίς να τα λογαριάζουν και ο ίδιος τρόμαζε να μαζέψει ένα χιλιάρικο να το βάλλει στην τράπεζα και αμέσως ερχόταν η γυναίκα του και του γλειφόταν Θανάση ξέρεις; το ΠΕΝΤΕΞ, έχει εκπτώσεις και λέω να προλάβω να πάρω κάνα ρουχαλάκι για το καλοκαίρι και γινόταν πανί το χιλιάρικο του Θανάση που τρόμαξε να το κάνει χιλιάρικο μηδενικό μηδενικό. Απορούσε με μερικούς δικούς του συμμαθητές, που ήταν μαθητές του πέντε και του μιλούσαν στον πληθυντικό, λές και κάτι ξύπνησε μέσα τους και σε μια νύχτα έγιναν κάτι.

Ναι αυτό το κάτι ήταν που δεν μπορούσε να καταλάβει ο Θανάσης. Σε μια νύχτα φτιάχτηκαν οι άνθρωποι και εκεί που έλεγε στη μαμά του, να με κάνεις κεφτέδες, άρχισε τα αγγλικά, please make some hamburgers for me. Και τα χιλιάρικα πετούσαν από τα χέρια τους σαν αποδημητικά πουλιά και δεν  νοιάζονταν ποσώς. Απορούσε που στο διάβολο εύρισκαν  αυτοί τις τρύπες και χτύπαγαν χρυσό και ο ίδιος όπου και να χτύπησε στουρναρόπετρα χτύπησε. Σχεδόν όλες τις δουλειές τις δοκίμασε, έκανε τον μανάβη, επειδή ήταν καλός στην αριθμητική, μα δεν έγινε τίποτα, από μηδέν, μηδέν και ας είχε εννέα στην αριθμητική,

Έκανε τον υδραυλικό, επειδή είχε εννέα στην φυσική πειραματική και καταλάβαινε από συγκοινωνούντα δοχεία., τίποτα τζίφος.

Έκανε τον μηχανικό αυτοκινήτων, επειδή έπιανε το χέρι του, αλλά έκοψε το χέρι του και παράτησε και αυτήν την δουλειά. Στο τέλος βρήκε δουλειά στην τράπεζα σαν κλητήρας και είχε προϊστάμενο τον Αντώνη τον συμμαθητή του, που πήρε το απολυτήριο με πέντε, αλλά είχε μέσον και

βολεύτηκε. Δεν τολμούσε να μιλήσει στον συμμαθητή του, επειδή ένιωθε  ταπεινωμένος, αυτός με εννέα στο απολυτήριο και κλητήρας και εκείνος με πέντε και τμηματάρχης. Κάτι αδικίες που σου έχει η κοινωνία να τις κάνεις χάντρες σε κομπολόι και να κλαίς την μοίρα σου.

Έτσι του ερχόταν του Θανάση να βρει έστω και κάτι παράνομο για να δείξει στην κοινωνία, πόσο άξιζε, όχι σαν μερικούς επειδή έχουνε όμορφη μαμά και μπαμπά με γερό μέσον. Αυτός ήθελε σαν τον Καζαντζίδη. αυτός με την αξία του και όχι με ξένες πλάτες περήφανα περπάτησε μες τις ζωής τις στράτες και να φασκελώσει την κοινωνία την άτιμη.

Μέρες τώρα παρακολούθησε εκεί στη γωνία Ξενοφώντος και Αγησιλάου, κάποιον σαν να περίμενε κάποιον και πάντα τον .έβλεπε εκεί στημένο να περιμένει κάποιον. Κάνα δυό φορές τον χαιρέτησε τον Θανάση, αλλά αυτός δεν του έδωσε σημασία και σήμερα τον σταμάτησε και του είπε, μη τρέχεις παλικάρι, άμα δεν στα έχει όσο και να τρέξεις δεν θα προλάβεις. Ο Θανάσης δεν μπήκε στο νόημα και έτρεξε να προλάβει το ταχυδρομείο να μη κλείσει για να αγοράσει πέντε χιλιάδες γραμματόσημα του ενός ευρώ. Στο γυρισμό πάλι τον αντάμωσε να τον περιμένει, λες και επίτηδες περίμενε τον Θανάση. Πράγματι αυτόν περίμενε και του ξηγήθηκε στα ίσα.

– Παλικάρι μπορώ να σου εξηγήσω;

–    Τι θέλεις; του είπε ο Θανάσης.

–    Άκου να σου  πω, είπε ο ξένος, θέλω να σου πω, κάτι που θα αλλάξει την ζωή σου, αλλά δεν μπορούμε να τα πούμε όλα εδώ στον δρόμο.

–    Εκεί στην γωνία έχει ένα καφενεδάκι θα σε περιμένω εκεί, μετά την δουλειά σου έλα από κεί να τα πούμε.

Τι είχε να χάσει; Θα πήγαινε να δει τι ήθελε αυτός ο κύριος, μπορεί και να του έβγαινε σε καλό, σκεφτόταν ο Θανάσης.

Πράγματι μετά την δουλειά πήγε στο καφενεδάκι και είδε τον κύριο να κάθετε σε μια γωνιά και να πίνει τον καφέ του. Τον χαιρέτισε και κάθισε δίπλα του. Άρχισε ο ξένος να του λέει, ότι από κάπου τον ήξερε, αλλά δεν θυμόταν από πού. Εν πάση περιπτώσει του είπε, ότι τον παρακολούθησε μερικές μέρες και είδε τον αγώνα που κάνει, για να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της δουλειάς του, γι’ αυτό αποφάσισε να τον βοηθήσει. Βέβαια δεν θα έκανε εκατομμύρια σε μία μέρα, αλλά θα ήταν οπωσδήποτε πολύ  καλλίτερα από την δουλειά της τράπεζας και πιο αξιοπρεπής. Με λίγα λόγια του είπε, ότι είχε μια μάντρα μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, τέρμα Βότση και από τις αγοραπωλησίες των αυτοκινήτων θα έβγαινε μεροκάματο για αυτόν και κάτι για το αφεντικό.

Το αφεντικό είχε λέει, μια άλλη μάντρα καινούριων αυτοκινήτων και επειδή το παιδί που δούλευε πριν στην μάντρα έφυγε για την θητεία του, του προσφέρει αυτήν την ευκαιρία της ζωής του και θα κάνει λεφτά. ιδίως τώρα με την κρίση, όλοι ψάχνουν μεταχειρισμένα αυτοκίνητα. Ο Θανάσης τα βρήκε όλα σωστά, κάτι πήγε να πει, αλλά τον διέκοψε ο ξένος και τον διαβεβαίωσε, ότι οπωσδήποτε θα κάνει   ένα γερό μεροκάματο στην αρχή και πολλά λεφτά σε ένα δύο χρόνια. Την άλλη μέρα ζήτησε ο Θανάσης άδεια άνευ αποδοχών, ότι θα πήγαινε να δει την γιαγιά του στα Κοκκινόγεια της Δράμας. Που ήταν στα τελευταία της. Έτσι πήρε το λεωφορείο και κατέβηκε τέρμα, περπάτησε κάπου ένα χιλιόμετρο και είδε μια παράγκα και μερικά μεταχειρισμένα αυτοκίνητα περιφραγμένα με ένα ελεεινό σύρμα, που άμα ήθελε κάποιος να κλέψει ένα αυτοκίνητο, δεν είχε τίποτα να κάνει παρά να πατήσει το συρματόπλεγμα και να μπει μέσα. Μόνο η καλύβα ήταν κλειδωμένη και την στιγμή που δοκίμαζε την πόρτα φάνηκε το αφεντικό με μια ολοκαίνουρια μερσέντες. Χαιρετιστήκανε δια χειραψίας, άνοιξε την πόρτα της καλύβας με το κλειδί το αφεντικό και άρχισε να εξηγεί στον Θανάση τον τρόπο λειτουργίας της επιχείρησης.

Όλες οι δουλειές έχουν και τα μυστικά τους, του είπε. Εδώ έχουμε τις μπαταρίες των αυτοκινήτων, για να μη μας κλέβουν τα αυτοκίνητα. Επίσης έχουμε και το κάνιστρο με την βενζίνη, διότι τα αυτοκίνητα δεν έχουν βενζίνη.

Γι’ αυτό όποιος θέλει να κλέψει ένα αυτοκίνητο πρέπει να φέρει και την μπαταρία  και την βενζίνη. Οπότε θα πληρώσει περισσότερα για να το κλέψει, από το να το αγοράσει. Πάνω στα αυτοκίνητα στο μπάρμπριτς γράφουμε την  χρονιά κατασκευής του Αυτοκινήτου και δίπλα με διαφανή γράμματα κάτι συνθηματικά, που δεν τα ξέρουν οι πελάτες, αλλά μόνο εμείς, κατάλαβες; Αμέ;, αν κατάλαβε, λέει; Τι στο διάλο τον πήραν κλητήρα στην τράπεζα κατόπιν γραπτών εξετάσεων. Μπορεί να φαινόταν χαϊβάνι, αλλά δεν ήταν. Όσο γι’ αυτό το ήξερε καλά, ότι δεν ήταν χαϊβάνι.

Μάλιστα συμφώνησε με το αφεντικό, γράφουμε συνθηματικά γράμματα, που τα

ξέρουμε μόνο εμείς.

–   Λοιπόν συνέχισε το αφεντικό, τα γράμματα σημαίνουν, πόσο το αγοράσαμε και πόσο το πουλάμε, ένα παράδειγμα, αυτό εδώ το αυτοκίνητο, λέει χρονολογία κατά σκευής 1988, δηλαδή κατασκευάστηκε το 1987, αλλά εμείς πάντοτε θα επιμένουμε, ένα χρόνο νεότερο. Αυτό έχει σημασία διότι ο αγοραστής θα είναι σίγουρος, ότι το αυτοκίνητο που αγόρασε είναι του 1989, επειδή θα εξηγεί στους φίλους του, τι αυτοκίνητο πέτυχε στην μάντρα του Μιαούλη. Έτσι λεγόταν η μάντρα του αφεντικού. Μάλιστα συμφώνησε ο Θανάσης. Μετά έχουμε τα γράμματα που μόλις διακρίνονται. Εδώ λέει ΡΡΝ/ΟΤΝ, δηλαδή άμα πάρουμε την λέξη  ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΝ και αριθμήσουμε τα γράμματα από το Ε ίσον 1, το Υ ίσον δύο, το Χ ίσον τρία και ούτω καθεξής, αφού έχουμε ΡΡΝ λέει πεντακόσια πενήντα το αγοράσαμε και πρέπει να το πουλήσουμε ΟΤΝ δηλαδή εννιακόσια πενήντα, για να κάνουμε ένα τετρακοσάρι για την πάρτη μας.

–   Κατάλαβες; Μόνο ζώον δεν τον είπε, αλλά κατάλαβε, ό,τι κατάλαβε ο Θανάσης. Του έδωσε τα κλειδιά και του ευχήθηκε καλές δουλειές. Έφυγε το αφεντικό και έμεινε ο Θανάσης να ξύνει το κεφάλι του. Βγήκε έξω έκανε απογραφή όλων των αυτοκινήτων, για να ξέρει πόσα αυτοκίνητα  παραλαμβάνει για να δώσει λογαριασμό μετά που θα τελειώσει η συμφωνία, όποτε τελειώσει. Κάθισε έκανε λογαριασμό πόσα παραλαμβάνει και είδε ότι στην μάντρα υπήρχαν είκοσι τρία αυτοκίνητα, από τα οποία τα πέντε ήταν τελείως άχρηστα, εκτός αν κανείς τα ήθελε για ανταλλακτικά. Τα υπόλοιπα ήταν έτσι και έτσι μόνο τέσσερα ήταν σε  κατάσταση να πεις ότι ήταν μεταχειρισμένο.

Εκείνη τη μέρα ψυχή δεν πάτησε στην μάντρα και είχε αποφασίσει να μην δεχτεί την προσφορά  για να μη χάσει και την δουλειά στην τράπεζα.

Το είπε στο αφεντικό, αλλά εκείνος τον παρότρυνε να ζητήσει μια βδομάδα άνευ αποδοχών και αν δεν πούλαγε κανένα αυτοκίνητο, τότε θα συμφωνούσε μαζί του, ότι

δεν έχει ψωμί η επιχείρηση μεταχειρισμένα αυτοκίνητα.

Έτσι την άλλη μέρα που ήταν Σάββατο πήγε πάλι στην μάντρα και άρχισε να πλένει τα αυτοκίνητα. Ήρθαν ένα αντρόγυνο με ένα μικρό παιδάκι και είπαν θέλουν να αγοράσουν ένα μεταχειρισμένο αυτοκίνητο και αν είχε ένα NISSAN.

Πράγματι είχε ένα NISSAN του 1996 σε πολύ καλή κατάσταση και το συμφώνησαν για χίλια εξακόσια ευρώ.

Έβαλε την μπαταρία και τη βενζίνη και το δοκίμασε και πήρε μπρος με την πρώτη.

Το δοκίμασαν το αντρόγυνο, τους άρεσε και το αγόρασαν. Την άλλη μέρα Κυριακή πούλησε άλλα τρία αυτοκίνητα και αγόρασε δύο. Έκανε τον λογαριασμό και είδε, ότι έκανε σε τρείς μέρες, έκανε τόσα λεφτά, όσα  σε τρείς βδομάδες στην τράπεζα και έτσι αποφάσισε να υποβάλλει την παραίτησή  του. Πράγματι παρά τον κακό καιρό όλη τη βδομάδα πούλησε οχτώ αυτοκίνητα και αγόρασε  εννιά. Πέρασαν κάπου δύο μήνες από τότε που άρχισε την επιχείρηση μεταχειρισμένα αυτοκίνητα και πήγε στην τράπεζα να ανοίξει λογαριασμό και να κάνει την πρώτη κατάθεση.

Όταν τον είδε ο συμμαθητής του ο Αντώνης, αλληθώρισε, βλέποντάς τον με κουστούμι και καθημερινή και έξω, έξω τον ρώτησε πώς δηλαδή κατέληξε σε μάντρα μεταχειρισμένων  αυτοκινήτων. Με λίγα λόγια του εξήγησε ότι η τύχη τον περίμενε εκεί στη γωνία Ξενοφώντος και Αγησιλάου και πάει πολύ καλά.

Την Δευτέρα ήρθε ένας βούλγαρος που μίλαγε σπαστά τα ελληνικά και αγόρασε ένα σαράβαλο, για να κάνει ένα μόνο ταξίδι  στην πατρίδα του και θα το έφερνε πίσω να το πουλήσει πάλι στον Θανάση. Ο Θανάσης δεν μπήκε στο νόημα. Μετά τρείς μέρες ήρθαν άλλοι τρείς βούλγαροι και αγόρασαν άλλα τρία αυτοκίνητα με την ίδια υπόσχεση, ότι θα πήγαιναν μια βόλτα στην πατρίδα τους και θα γύριζαν σε δύο βδομάδες να του πουλήσουν τα ίδια αυτοκίνητα πάλι στον Θανάση. Πάλι ο Θανάσης δεν μπήκε στο νόημα.

Στον μήνα απάνω ήρθε ο πρώτος βούλγαρος και έφερε το αυτοκίνητο που είχε αγοράσει και το πούλησε σχεδόν στη μισή τιμή που το αγόρασε και σε δύο ώρες παρουσιάστηκε αγοραστής για κείνο το αυτοκίνητο που το πλήρωσε τέσσερες φορές πιο πάνω, χωρίς παζαρλίκια.

Μετά μια βδομάδα ήρθαν και οι τρείς βούλγαροι που είχαν αγοράσει ομαδικώς τρία αυτοκίνητα για ένα ταξίδι στην Βουλγαρία, τα πούλησαν όσο, όσο και την άλλη μέρα ήρθαν έλληνες αγοραστές και τα αγόρασαν πέντε φορές πιο πάνω, από ότι υπολόγιζε να τα πουλήσει ο Θανάσης. Πάλι δεν μπήκε στο νόημα ο Θανάσης.

Αυτή η δουλειά μεγάλωσε και την βδομάδα πούλαγε ο Θανάσης είκοσι με τριάντα αυτοκίνητα τα αγόραζε σε τρείς βδομάδες στο ένα τέταρτο της τιμής και τα πούλαγε την άλλη μέρα στην τετραπλάσια τιμή.

Αυτό το βιολί κράτησε κάπου έξι μήνες και παραξενεύτηκε ο Θανάσης, όταν είδε τον λογαριασμό στην τράπεζα να δείχνει τετρακόσιες τριάντα δύο χιλιάδες και ογδόντα εφτά λεπτά.

Του φάνηκαν πολλά λεφτά και το είπε στο αφεντικό, αλλά προτού του εξηγήσει το αφεντικό, του το εξήγησε η αστυνομία, ότι έτσι και έτσι οι βούλγαροι έκαναν ταξίδια στην Βουλγαρία, τα γέμιζαν με ναρκωτικά τα έφερναν στην Ελλάδα, εδώ τα αγόραζαν οι μιλημένοι και τα πλήρωναν όσο, όσο, διότι το πράγμα άξιζε πολλά λεφτά.

Η αστυνομία έστησε παγίδα και τους μπαγλάρωσε όλους, βούλγαρους και έλληνες και τον Θανάση σαν κινητή ναρκωτικών και αφού έκανε δύο μήνες φυλακή και ξόδεψε κάπου διακόσιες χιλιάδες ευρώ βγήκε από την φυλακή, αλλά δεν μπορούσε πλέον να ελπίζει στην μάντρα και απευθύνθηκε πάλι στο αφεντικό για δουλειά.

Εντάξει του είπε το αφεντικό, κάτσε λίγο να ξεκουραστείς και θα βρούμε μια άλλη δουλειά να κάνουμε λεφτά. Δηλαδή δεν υπάρχει δουλειά τίμια, αφεντικό; Υπάρχει του είπε το αφεντικό, να είσαι κλητήρας στην τράπεζα.

Αλλά θα χρειαστείς διακόσια χρόνια να κάνεις διακόσιες χιλιάδες ευρώ, όσα έχεις τώρα στην τράπεζα και αυτό χάρις στο μικροσκοπικό σκονάκι. Που εσύ ούτε το είδες, ούτε το έπιασες και όμως δούλεψες να το διακινήσεις από εκεί εδώ και από δω εκεί, λαμβάνοντας το μέρος που σου αναλογεί του κινδύνου της παρανομίας.

Και μη ξεχνάς όσο μεγαλύτερο το ποσοστό του κινδύνου, τόσο μεγαλύτερα τα κέρδη, κατάλαβες;

Κατάλαβα αφεντικό, τι χαϊβάνι είμαι;

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.