Ο Μακάριος από το δημοτικό ονειρεύονταν να γίνει ένας διάσημος φωτογράφος και η μόνη του έγνοια από τότε ήταν η φωτογράφηση, έστω και με παλιές μηχανές των τοπίων του χωριού του, αρκετών προσώπων της κοινότητας και μερικές φωτογραφίες επισήμων προσώπων.

Όλα αυτά τα κατάφερε μόνος του και χωρίς την βοήθεια κανενός.

Οι δικοί του δεν τον ενθάρρυναν καθόλου και απεναντίας τον εμπόδιζαν να ασχολείται με την φωτογραφική, διότι δεν είχε μέλλον, όπως έλεγε ο πατέρας του.

Οι καυγάδες κάθε μέρα γίνονταν και πιο έντονοι, δεν ήθελε να πάει να βοσκήσει τις γελάδες, δεν ήθελε να πάει να κόψει το τριφύλλι, δεν πήγαινε για ξύλα στο βουνό και κάθε μέρα είχαν φασαρία στο σπίτι, εξαιτίας που ο Μακάριος έπαιρνε τα πρόχειρα εργαλεία της φωτογραφικής μηχανής του και πήγαινε πότε στο ποτάμι, πότε στο βουνό και πότε   στον κάμπο και φωτογράφιζε, ότι νόμιζε ότι θα τον κάνει μια μέρα τρανό φωτογράφο.

Βέβαια η μηχανή του ήταν μια παλιά Λάϊκα, που την βρήκε στα παλιατζίδικα της Δράμας, έκανε έναν τρίποδα με σανίδια από τον Αποστόλη τον καροτσά, βρήκε ένα μαύρο τσεμπέρι της γιαγιάς του για κουκούλα της μηχανής και με αυτά τα πρωτόγονα μέσα προσπαθούσε να βγάζει φωτογραφίες.

Δεν απογοητεύτηκε καθόλου που έκαψε αρκετές πλάκες, χωρίς να ξεχωρίζεις ίχνος φωτογραφίας, αλλά στο τέλος τα κατάφερε να βγάλει μερικά τοπία από το Μααρά και το Μαράγιολου με με την βρύση της Πατίνας.

Οι δικοί  του εξαγριώνονταν με τις αηδίες του ,όπως τις έλεγαν, αλλά τον Μακάριο δεν τον ένοιαζε, αυτός ήταν σίγουρος, ότι μια μέρα θα γίνει διάσημος φωτογράφος, που θα απαθανατίσει τα σημαντικότερα γεγονότα της παγκόσμιας ιστορίας.

Ο αδερφός του ο Βασίλης τον κορόιδευε και του έλεγε, αυτό θα γίνει, άμα τα παγκόσμια γεγονότα έρθουν να διαδραματιστούν στην Κουμπάλιστα, δηλαδή  στο χωριό τους.

Ο Μακάριος όμως αδιαφορούσε για όλα αυτά και ώρες ολόκληρες πέρναγε με το κεφάλι χωμένο κάτω από το τσεμπέρι της γιαγιάς του, να πετύχει μια καλή πόζα.

Έμαθε να μετράει την απόσταση, έμαθε και την φωτογραφική ορολογία, τα DIN και την ASA και χίλια δυο άλλα πράγματα και στο τέλος συστηνόταν φωτογράφος βέβαια ερασιτέχνης, αλλά κάπου, κάπου έβγαζε και καμιά φωτογραφία των χωριανών του και όλοι τον ήξεραν ο Μακάριος ο φωτογράφος.

Στις συζητήσεις στο καφενείο, προσπαθούσε να πείσει τους χωριανούς του, ότι η δουλειά που κάνει τώρα να βγάζει φωτογραφίες της περιοχής, θα έχει μεγάλη αξία μετά διακόσια χρόνια, διότι οι μελετητές τότε θα συγκρίνουν τις φωτογραφίες του με τις τότε συνθήκες και έτσι θα μείνει το όνομά του στην ιστορία.

Στο σπίτι τον κορόιδευαν με τις  βλακείες του και μάλιστα μια μέρα στο τραπέζι άκουσε την γιαγιά του την Αναστασία να μιλάει για προξενιό με την Άννα του Σάββα του κουτσού.

Έγινε θηρίο, όταν το έμαθε, από θετική πηγή, ότι ήθελαν να τον παντρέψουν.

Για να τους κόψει την φόρα είπε στους δικούς του, ότι η γυναίκα που θα πάρει θα είναι νεράιδα, που θα έρθει πάνω σε άσπρο άλογο.

Και ήρθε η νεράιδα πάνω σε άσπρο άλογο, εκείνη τη μέρα, που πήγε στην μεγάλη Τούμπα, επειδή ήταν καθαρή η ατμόσφαιρα, λόγω της χτεσινής βροχής.

Για τον ίδιο λόγω ξεκίνησε και η Αριάδνη, να βάψει τον καμβά της με τα χρώματα του κάμπου, μιας και η ατμόσφαιρα ήταν κρύσταλλο καθαρή.

Και βρέθηκε στην κορυφή του λόφου να στήνει τον τρίποδά της δίπλα από τον τρίποδα του Μακάριου.

Χαιρετίστηκαν οι δύο νέοι και συστήθηκαν ο μεν φωτογράφος, η δε ζωγράφος.

Και άρχισε η Αριάδνη να ιχνογραφεί το τοπίο και ο Μακάριος να σημαδεύει την ζωγράφο, που μόλις αντιλήφθηκε, ότι ο φωτογράφος την σημάδευε, ταράχτηκε και του είπε, περίμενε λίγο να φτιαχτώ και έριξε πίσω τα μαλλιά της να φανεί το πρόσωπό της.

Ίδια νεράιδα, σκέφτηκε ο Μακάριος, μόνο να την έπειθα να έβγαζε την ζακέτα της θα ήταν ίδια αμαζόνα και την ρώτησε θα μπορούσε να βγάλει την ζακέτα της;

Δεν χρειάστηκε   δεύτερη ερώτηση και πέταξε μακριά την ζακέτα της και άκουσε ένα κουφό μπράβο, από τον Μακάριο που ήταν χωμένος με το κεφάλι μέσα στη μηχανή.

Κάθε φορά που άκουε το μπράβο, πέταγε και ένα ρούχο από πάνω της η Αριάδνη μέχρι που έμεινε χωρίς ρούχο.

Αυτά τα τελευταία, τα θέλω τελείως προσωπικά για μένα και γι’ αυτό σου έκανα  το χατίρι να βγω γυμνή.

–    Δεν έκανες το δικό μου χατίρι, της είπε ο Μακάριος, έκανες την τέχνη να ανέβει ένα σκαλοπάτι ψηλότερα και εγώ υποκλίνομαι μπροστά στο ίνδαλμά μου και την έσφιξε πάνω του και την φίλησε στα μαλλιά και την τύλιξε με το σακάκι του, διότι άρχισε να τουρτουρίζει απ’ το κρύο.

Άλλη κουβέντα δεν είπαν, ο καθένας μάζεψε τα εργαλεία του και χώρισαν χωρίς να πουν κουβέντα, εκτός μόνο η Αριάδνη του είπε μη δείξεις τις φωτογραφίες σε κανέναν μέχρι να έρθω να τις πάρω εγώ η ίδια προσωπικώς, γεια σου.

Η ώρα θα ήταν δώδεκα τα μεσάνυχτα την άλλη μέρα όταν χτύπησε η πόρτα και απάντησε ο πατέρας του Μακάριου ποιος ήταν.

Αστυνομία απάντησε μια φωνή και με ορμή είπε  ο χωροφύλακας θα κάνουμε μια έρευνα κατά διαταγή του διοικητή της αστυνομίας και αμέσως εντοπίσανε την φωτογραφική μηχανή και όλα τα συμπράγκαλα τα μάζεψαν και τον Μακάριο και τα πήραν στην Προσοτσάνη.

Την άλλη μέρα διαδόθηκαν τα νέα ότι ο Μακάριος αποπλάνησε την κόρη του διοικητή της  αστυνομίας και τα τέτοια και μπροστά στο σούσουρο που δημιουργήθηκε ο διοικητής κάλεσε τον Μακάριο και του πρότεινε, αν ήταν διατεθειμένος να τον βοηθήσει, για να μη εκτεθεί η οικογενειακή του τιμή, να παντρευτεί την κόρη

του.

Ο Μακάριος δέχτηκε και την άλλη μέρα παρουσιάστηκε στο χωριό με την κόρη του διοικητή καβάλα πάνω σε άσπρο άλογο.

Ρώτησε την Αριάδνη, ο Μακάριος ,πώς το έμαθε ο μπαμπάς σου; το μυστικό μας;

Εγώ δεν κρύβω τίποτα από την μαμά μου και εκείνη τίποτα από τον μπαμπά μου.

Το είπε και το έκανε ο Μακάριος παντρεύτηκε μια νεράιδα, που ήρθε με άσπρο άλογο.

Βασίλης Τζιτζής – Σκάλα Καλλιράχης   Θάσου         

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.