Sayonara Japony good-bye  

0
13

Του Βασίλη Τζιτζή, Σκάλα Καλλιράχης Θάσος

Συνέχεια

Σκέφτηκε να στείλει μερικά δολάρια στους δικούς του, αλλά έδιωξε την σκέψη, διότι τα λεφτά αυτά δεν ήταν από τη δουλειά του, που ο πατέρας του του  έδωσε την ευχή να είναι τίμιος στη ζωή, σαν κι’ αυτόν, που ναί μεν ήταν φτωχός, αλλά τίμιος.

     Χίλιες δυο σκέψεις πέρασαν από το μυαλό του Διονύση, ν’ αρπάξει τα λεφτά και να εξαφανιστεί, να μείνει και να διαφεντεύει το μαγαζί, αλλά μέχρι πότε; και όπως πάλευε με τις σκέψεις του, χτύπησε την πόρτα η Γιόκο και του είπε ότι κάτι κύριοι  από την αστυνομία θέλουν να τον δουν.

     Ας έρθουν πάνω στο γραφείο της είπε ο Νιόνιος και συγύρισε λίγο το γραφείο και περίμενε τους αστυνομικούς.

     Ανέβηκαν οι αστυνομικοί πάνω στο γραφείο και αφού έδειξαν τις ταυτότητές τους του εξήγησαν ότι ο σκοπός της επίσκεψής τους ήταν ο εντοπισμός κάποιου έμπορου ναρκωτικών, ο οποίος πριν μια βδομάδα άφησε στο μαγαζί ένα δέμα με ναρκωτικά  και εξαφανίστηκε.

     Κάποιος πελάτης, ήρθε σε ένα λεπτό και πήρε το δέμα, μήπως έπεσε στην αντίληψή του κάτι ύποπτο αυτές τις μέρες;

    Οχι απάντησε ο Νιόνιος, αλλά αν πράγματι κάτι πέσει στην αντίληψή μου θα σας ενημερώσω αμέσως.

    Ευχαρίστησαν και έφυγαν χωρίς άλλες ερωτήσεις.

    Ο Νιόνιος ξαναβυθίστηκε στις σκέψεις του και το μόνο πράγμα που του φάνηκε να είναι σωστό και λογικό ήταν να μοιράσει ένα κομμάτι από τα χρήματα στο προσωπικό και μάλιστα στα κορίτσια, που με τόσο κόπο κατάφερναν να κερδίσουν ένα κομμάτι ψωμί και μάλιστα με πρόστυχο τρόπο.

    Κάλεσε την Γιόκο και της είπε να του δώσει έναν κατάλογο με τα ονόματα του προσωπικού και τα χρόνια της δουλειάς τους εκεί.

    Πράγματι σε λίγο έφερε η Γιόκο την λίστα με τα ονόματα και έφυγε. Την πρόλαβε ο Νιόνιος και της ζήτησε να του φέρει ενα αμερικάνικο καφέ, πράγμα που έγινε σε πέντε λεπτά μέσα.

    Οπως ρουφούσε γουλιά γουλιά τον καφέ, κοίταζε και τον κατάλογο και τα χρόνια που είχε δουλέψει ο καθένας σ’ εκείνο το μαγαζί και σημείωνε ενα ποσόν σε γιέν, δίπλα από το κάθε όνομα.

     Κάλεσε την Γιόκο και αφού άνοιξε το χρηματοκιβώτιο της είπε να δώσει το ποσόν που γράφεται δίπλα από το κάθε όνομα.

     Το τί έγινε δεν περιγράφεται, μόλις το προσωπικό πήρε τα χρήματα, φωνές χαρές και ευχαριστώ στον Ντένη,που φέρθηκε τόσο γενναιόδωρα και τους μοίρασε τα χρήματα που στην ουσία ήταν δικά τους.

     Είχε σχεδόν ενάμιση χρόνο εδώ και σκεπτόταν τι στο διάολο πρέπει να κάνει, να ξεφύγει απ’ αυτήν την μέγγενη, διότι ούτε να παντρευτεί σκεπτόταν καμιά γιαπωνέζα ας πούμε την Γιόκο, που ήταν πολύ έξυπνο κορίτσι και τίμιο. Όταν λέμε τίμιο, ήταν πραγματικά τίμιο, διότι ο Νιόνιος την έζησε από κοντά και είδε, ότι όσα και να της προσέφεραν μερικοί πελάτες, δεν δέχτηκε, δηλώνοντας ότι αυτό το δικαιούται εκείνος που θα μ’ αγαπήσει ειλικρινά.

     Η καημένη η Γιόκο, νόμισε ότι θα βρεθεί εκείνος που θα την αγαπήσει ειλικρινά.

     Δυστυχώς εκείνος που την κορόιδεψε, δεν ήταν ειλικρινής και η μοίρα  της το είχε να παντρευτεί έλληνα ναυτικό, να κάνει δυο παιδιά και να πεθάνει στη Θάσο.

     Αυτά έχει η ζωή, που ο Νιόνιος δεν την πήρε ποτέ στα σοβαρά.

     Αρχές του Σεπτέμβρη ήταν, όταν μπήκαν στο μαγαζί τρείς αμερικανοί εσατζήδες και χωρίς πολλές περιστροφές, ρώτησαν ποιός ήταν ο Ντένη και μόλις τα κορίτσια τον έδειξαν, του φόρεσαν χειροπέδες και τον έσυραν δια της βίας στο τζιπ που περίμενε έξω.

     Δεν πρόλαβε να πάρει ούτε τα ρούχα του από το ξενοδοχείο, ούτε τα χαρτιά του ούτε και ένα δολάριο, έτσι για να θυμάται την Ιαπωνία.

     Μετά από μια στάση στη Οκινάουα, το αεροπλάνο συνέχισε για την Αμερική και στο αεροπλάνο του εξήγησαν οτι τον παίρνουν για μάρτυρα στην υπόθεση του Τζό, ο οποίος στην κατάθεσή του είπε ότι αυτός που τον αντικατέστησε στο μαγαζί, ήταν κάποιος Ντένη. Η αλήθεια είναι ότι οι αμερικανικές αρχές έστειλαν τρία γράμματα στο μαγαζί για τον Νιόνιο, αλλά αυτός τα αγνόησε, διότι δεν έλεγαν το όνομά του, Διονύσιος και έτσι έφτασε στο σημείο να τον πάρουν δια της βίας.

     Στο δικαστήριο που έγινε στο Γουίτσιτα του Τέξας, ο Νιόνιος καταδικάστηκε σε δύο χρόνια φυλακή, διότι δεν ανέφερε το γεγονός της διακίνησης ναρκωτικών στο μαγαζί του. Εκεί συνάντησε και τον Τζό, που καταδικάστηκε σε πέντε χρόνια φυλακή και υποβιβάστηκε στο βαθμό του στρατιώτη και απολύθηκε από τον στρατό. Η ποινή του μετατράπηκε σε εφτά μήνες φυλακή και είχε την ευχέρεια να κυκλοφορεί μέσα στις φυλακές και πολλές φορές να βγαίνει και έξω στην πόλη, άμα τον έπαιρνε κάποιος για ψώνια.

     Τον περισσότερο καιρό του τον πέρναγε στα μαγειρεία, πότε καθαρίζοντας πατάτες και πότε βοηθώντας στο σερβίρισμα των φαγητών. Όλοι οι κρατούμενοι τον γνώριζαν και τον είχαν σε ξεχωριστή θέση και με τα καλαμπούρια έδινε μια νότα ξεγνοιασιάς στο στρατόπεδο-φυλακή.

     Μετά την έκτιση της ποινής του, τον κάλεσαν στο γραφείο και του έδωσαν τα αποφυλακιστήρια έγγραφά του, τα οποία ήταν ένα είδος παραμονής στην Αμερική. Μαζί με τα χαρτιά ήταν και ο κοινωνικός αριθμός του. Τους ευχαρίστησε όλους και σχεδόν με δάκρυα στα μάτια βγήκε από την κεντρική πύλη των φυλακών.

     Ευτυχώς μερικοί από το θάλαμό του, τον ρώτησαν τι θα έκανε μετά που θα έβγαινε από τη φυλακή και που θα πήγαινε. Τους είπε ήθελε να πάει στο Σικάγο, αλλά δεν είχε τα ναύλα. Τότε έκαναν έρανο μεταξύ τους, μάλιστα προσφέρθηκαν και από τους άλλους θαλάμους και του έδωσαν πενήντα πέντε δολάρια. Αρκετά για να πάει με το τρένο στο Σικάγο. Δεν ξέχασε να αποχαιρετίσει και τον Τζό, ο οποίος του υποσχέθηκε οτι μετά την αποφυλάκισή του θα πήγαινε στο Σικάγο να τον βρει.

     Και έτσι βρέθηκε στο Σικάγο ο Νιόνιος, όπου και τον γνώρισα προσωπικά, ένας γνήσιος κεφαλλονίτης, τετραπέρατος, με το χιούμορ του, την ξεγνοιασιά του και την αλληλεγγύη που έδειχνε για όλους και σε όλα εύρισκε μια λύση.

     Δούλεψε σερβιτόρος στα αριστοκρατικότερα εστιατόρια του Σικάγου και ήταν περιζήτητος για το σέρβις του.

     Έκανε περισσότερα από φιλοδωρήματα παρά από τον μισθό του. Πήγαινε όπου τον καλούσαν, να βοηθήσει λιγάκι κανένα μαγαζί που δεν πήγαινε και τόσο καλά, αλλά μόλις τελείωνε την αποστολή του, έλεγε, εγώ τόσο μπορώ να βοηθήσω, άμα δεν  σε βοηθήσει και ο Θεός κλείστο και φύγε.

     Στο μαγαζί που τον γνώρισα ήταν το Αρμάντος, ένα πολύ αριστοκρατικό εστιατόριο στην καρδιά της πόλης.

     Ήμουν τυχερός που γνώρισα τον Διονύση, έμαθα πολλά για την ζωή και πιό πολύ να μην δίνω σημασία στα γεγονότα, αλλά στην ίδια τη ζωή.

     Το όσα έρθουν και όσα πάνε ήταν το Α και το Ω, για τον Νιόνιο.

     Είχε μια σύντομη αλληλογραφία με την Γιόκο, μέχρι που πήγε στην Ελλάδα και κατέληξε στη Θάσο.

     Συνήθως όλους τους φίλους του τους αποκαλούσε αδερφέ.

     Αδερφέ Νιόνιο σε θυμάμαι πολλές φορές, ιδίως όταν αντιμετωπίζω δυσκολίες στη ζωή. Αχ και νάχα τη χάρη σου να μην δίνω σημασία στη ρημάδα τη ζωή.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.